«Allied» – Κριτική

Ένας μέσος θεατής, κόβοντας εισιτήριο για το «Allied», θα περίμενε ίσως να παρακολουθήσει μια κλασσική κατασκοπική ταινία Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (πχ «Casablanca»), μια ιστορία ενός πράκτορα που κερδίζει τους «κακούς» και το κορίτσι (πχ οποιαδήποτε του James Bond) ή, στον αντίποδα, μια ψευδορομαντική πραγματεία στην μάχη των δύο φύλων (πχ «Mr. & Mrs. Smith» σε άλλο σκηνικό). Καθώς όμως τα βιαστικά συμπεράσματα και οι προκαταλήψεις μπορούν συχνά να αποπροσανατολίσουν, πολύ σύντομα θα απογοητευόταν, μιας και θα έβλεπε κάτι σίγουρα διαφορετικό από τις προσδοκίες του, εκτός αν κρατούσε τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά απέναντι σε μία μέση οδό που, αγνοώντας τις συνηθισμένες φόρμες, παρουσιάζει την θλίψη και την τραγικότητα του πολέμου σε όλες τους τις εκφάνσεις, έστω και αν όχι πάντα με τον σωστό τρόπο.

 Έρωτας στο πεδίο της μάχης…

Η ιστορία ξεκινά με τον Καναδό πράκτορα Μαξ Βατάν (Brad Pitt), ο οποίος μεταβαίνει στην Καζαμπλάνκα, στο γαλλικό Μαρόκο, προκειμένου να συνεργαστεί με την Γαλλίδα Μαριάν Μποσεζούρ (Marion Cotillard), μέλος της αντίστασης, σε κάποια μυστική αποστολή.  Οι δυο τους έρχονται σταδιακά πολύ κοντά, παρά την κοινή τους πεποίθηση ότι οι συναισθηματισμοί στην δική τους δουλειά είναι μάλλον επικίνδυνοι. Ωστόσο, πετυχαίνουν τελικά τον στόχο τους, και μετά την επιτυχία, ο Μαξ ζητά από την Μαριάν να τον ακολουθήσει στο Λονδίνο και να γίνει γυναίκα του. Εκείνη δέχεται, και λίγο καιρό αργότερα παντρεύονται.

Ένα ευτυχισμένο ζευγάρι

Ο πόλεμος όμως δεν έχει τελειώσει, και πολύ σύντομα η ηρεμία του Μαξ συνταράσσεται από μια απροσδόκητη υποψία της βρετανικής αντικατασκοπίας πως η γυναίκα του δεν είναι αυτή που ισχυρίζεται πως είναι, πως είναι Γερμανίδα κατάσκοπος. Και, όσο οι αμφιβολίες τον πνίγουν, αποφασίζει να κινηθεί ανεξάρτητα, αγνοώντας έτσι τις υποδείξεις να μην αναμειχθεί στην έρευνα. Τα αποτελέσματα μπορούν να τον σοκάρουν, όμως μόνο έτσι θα μπορεί να ξέρει.

Ο συνδυασμός πολλών ετερόκλητων στοιχείων σε διαρκή συνύπαρξη με μια αντισυμβατική μνεία στην ανθρωπιά, και το πώς αυτή χάνεται στο ζενίθ του πιο αιματηρού πολέμου της ιστορίας, αποτελούν τους κυρίαρχους πυλώνες της διήγησης, η οποία απαιτεί θέαση από πολλαπλές οπτικές γωνίες, όχι τόσο ως προς την ερμηνεία αλλά κυρίως ως προς την αντίληψη. Οι αντιθέσεις είναι πολλές και ευκρινείς: βλέπουμε δυο ικανούς δολοφόνους να μετατρέπονται σε στοργικούς γονείς, μια ψευδή ερωτική σχέση να περνά από την υποκρισία στην ειλικρίνεια, την γέννηση ενός παιδιού έξω από ένα ετοιμόρροπο νοσοκομείο κατά την διάρκεια του λυσσαλέου βομβαρδισμού του Λονδίνου (γνωστού και ως the Blitz), την αστραπιαία μετάβαση από την πίστη στην αμφιβολία, την χαρά και την ζωντάνια μιας γιορτής να διακόπτονται βίαια από την πραγματικότητα του (άδοξου;) θανάτου, ή και την ειρωνεία σε μια απλή και αγνή πρόθεση με τραγική κατάληξη.

… Τραυματισμένη αφήγηση

Ως επί το πλείστον, ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο αμφιταλαντεύεται η συναισθηματική ισορροπία της ιστορίας είναι ο δυϊσμός στωικής προσκόλλησης στο καθήκον και τυφλής εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο. Μέσα από αυτόν όμως διανθίζεται ένα οικουμενικό μήνυμα ισότητας ως προς την ανθρωπιά, βασισμένο σε αυτήν ακριβώς την ασάφεια που χαρακτηρίζει το έργο στο σύνολό του. Οι περισσότερες ταινίες μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναλώνονται σε διαγωνισμούς επίδειξης επιπέδου γυμνασίου: ποιος απ’ τους αντιπάλους έχει τα καλύτερα όπλα, ποιος τις πιο γυαλιστερές στολές και ποιος τα ομορφότερα κορίτσια.

Ο ρόλος του Brad Pitt δεν διαφέρει από τους συνηθισμένους του, όπου βλέπουμε έναν σκληρό και γεμάτο αυτοπεποίθηση αλλά παράλληλα μεγαλόψυχο και βαθιά συναισθηματικό άντρα να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ανθρωπιά και στο καθήκον, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι και η ερμηνεία του δεν ξέφευγε απ’ το συνηθισμένο.

Εδώ βλέπουμε τα όρια ανάμεσα στις παρατάξεις και τις εθνικότητες να εκμηδενίζονται. Δεν έχει σημασία ποιος ήταν τελικά ο στόχος των κατασκόπων, ή εάν η αποστολή χρειαζόταν πραγματικά να επιτύχει, εφόσον η κοινή προσπάθεια ήταν αυτή τους έφερε κοντά. Δεν έχει τελικά σημασία εάν μια υπέροχη σύζυγος είναι αυτή που υποστηρίζει, ή κάποια άλλη, εφόσον μπορεί να αγαπά το ίδιο σε κάθε περίπτωση, αλλά και να υποφέρει το ίδιο. Αντίθετα, αυτή ακριβώς η προκατάληψη είναι που μπορεί να οδηγήσει στην παράνοια και στον θάνατο.

Παρά τις άκρως ευγενικές της προθέσεις όμως, η ταινία στο σύνολό της αποτυγχάνει να τις αποδώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να ωθήσει τον μέσο θεατή να τις αναζητήσει, παρουσιάζοντας τελικά μία στείρα εκδοχή του εννοιολογικού της πλούτου· λίγο από κατασκοπεία, λίγο από ρομάντζο, λίγο από κοινωνικό / οικογενειακό δράμα, λίγο από ψυχολογικό θρίλερ σε μια ισορροπία τόσο ισοπεδωτική (και όχι ισοζυγισμένη) που συχνά δείχνει να στερείται προσανατολισμού.

Ένα καλό θέαμα

Παρά την αξιέπαινη προσπάθεια του Robert Zemeckis και των πρωταγωνιστών να καλύψουν τις ελλείψεις στην πλοκή, ο σεναριογράφος δείχνει να περιορίστηκε στην απλή παράθεση των διαφόρων θεματικών ενοτήτων που πραγματεύεται το έργο, με λίγη προσοχή να έχει δοθεί στην σωστή και πρωτοποριακή μετάβαση από το ένα στο επόμενο, λες και ακολουθούσε συνταγή μαγειρικής από κάποιον κατάλογο. Σε πολλά σημεία ξεχωρίζουν ίσως προσπάθειες μίμησης αντίστοιχων στοιχείων από άλλες ταινίες (πχ η αποτυχημένη παρουσίαση ενός «ψαγμένου» Γερμανού αξιωματικού σε στυλ «Inglourious Basterds») που όμως αδυνατούν να μιμηθούν και την αίγλη του αρχέτυπου. Κοινώς, εξαιρώντας φυσικά την τελευταία σκηνή, το «Allied» αδυνατεί να επιδείξει σημαντικές στιγμές που θα χαράξουν ανεξίτηλα στην μνήμη των θεατών το φιλοσοφικό τους υπόβαθρο, «δείχνοντας» τελικά εκνευριστικά πεζό.

H Marion Cotillard εκτελεί για ακόμη μία φορά αριστοτεχνικά τον ρόλο μιας γυναίκας που θυσιάζεται για το καλό όσων αγαπά, αποδίδοντας με ακρίβεια τις απαιτητικές συναισθηματικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα που ενσαρκώνει.

Σε πιο πρακτικά θέματα, η φωτογραφία και οι στιλιστικές επιλογές θα χαρακτηρίζονταν εξαιρετικές, επιτυγχάνοντας να αποδώσουν με ακρίβεια τον χαρακτήρα και την φινέτσα μιας άλλης εποχής. Τα κοστούμια έχουν σχεδιαστεί από την Joanna Johnston, σταθερή συνεργάτιδα των Zemeckis και Spielberg, και συμβάλουν ιδανικά σε αυτό το κλίμα, αν και σε πολλά σημεία δείχνουν να υπερεπιδεικνύονται. Η μουσική είναι ανάλαφρη και διακριτική, παίζοντας υποστηρικτικό ρόλο στην συναισθηματική ισορροπία κάθε σκηνής χωρίς να ξεχωρίζει (θα μπορούσε λοιπόν να επαινεθεί για την λεπτότητά της;), ενώ τα όποια γραφικά, μηχανήματα και σκηνικά έχουν προσεχθεί ακόμη και σε επίπεδο λεπτομέρειας, μεταφέροντας με επιτυχία τον θεατή στην ταραγμένη δεκαετία του σαράντα.

Συμπερασματικά, το «Allied» κάνει τα πάντα σωστά, εκτός από το να καθιερώσει τον εαυτό του στον χώρο των αντίστοιχων πολεμικών ταινιών. Η πρωτοποριακή προσέγγιση στην ανθρωπιά και την ισοπέδωσή της απ’ τον πόλεμο, οι εκπληκτικές ερμηνείες, η αριστοτεχνική σκηνοθεσία/φωτογραφία, το βάθος των χαρακτήρων, η σωστή αναπαραγωγή του κλίματος της εποχής και η σύνθετη εννοιολογική βάση είναι όλα εκεί· αυτό όμως που λείπει είναι η σωστή συνθετική ουσία, το προσεγμένο διηγηματικό πλαίσιο που θα συνδύαζε τα παραπάνω με τέτοιο τρόπο, ώστε να μας επιτρέπει ακόμη και χρόνια μετά να μιλάμε ακόμη για αυτήν την ταινία.

 

7.3
Βαθμολογία
Allied
Με λίγα λόγια
Το "Allied" κάνει τα πάντα σωστά, εκτός από το να καθιερώσει τον εαυτό του στον χώρο των αντίστοιχων πολεμικών ταινιών.
Θετικά
Εξαιρετικοί συντελεστές.
Εννοιολογικός πλουραλισμός.
Εξαιρετική παρουσίαση του κλίματος και της αισθητικής του Β’ ΠΠ.
Αρνητικά
Φτωχή σε περιεχόμενο εξέλιξη της ιστορίας, που αφήνει τον θεατή να περιμένει για δύο ώρες κάτι καλύτερο.
Παρόλο που συνδυάζονται τόσοι διαφορετικοί θεματικοί κύκλοι, η τελική εντύπωση είναι ότι πουθενά η σύνδεση δεν έγινε σωστά.