«Amadeus» – Ο Αγαπητός του Θεού

Ποιος θα ήταν άραγε δικαιότερο να οριστεί για να περιγράψει την ζωή ενός ενανθρωπισμένου θεού; Οι άσπονδοι φίλοι κι εχθροί του; Ο λαός που άλλοτε έσπευδε να τον υποδεχτεί σαν βασιλιά και άλλοτε παραληρούσε για την θυσία του; Ένας αμέτοχος και παθητικός άρχοντας που μπροστά στην λαϊκή απαίτηση βούτηξε με απαξίωση τα χέρια του στο νερό; Ίσως κανείς τους. Η εξιστόρησή της, μακριά από βεβιασμένες εκδηλώσεις λατρείας και παραπλανητικά στερεότυπα, μπορεί να ξεδιπλωθεί μόνο μέσα απ’ την ανεπιτήδευτη αρμονία της σαφήνειας· απλή, λακωνική, μα με το ειδικό βάρος της πρώτης ύλης που την έπλασε, να υψωθεί και να παρακάμψει τους κυματοθραύστες της λογικής και της απάθειας για να γίνει τελικά ένα με την κλειδαριά που υπακούει μόνο στο σχήμα της: την διαχρονικά ακόρεστη ανθρώπινη ψυχή.

Μία τέτοια μοναδική φωνή αναζήτησε ο Milos Forman, όταν για να περιγράψει την ζωή ενός αληθινού θεού της μουσικής επέλεξε το θεατρικό έργο του Peter Shaffer «Amadeus» (που με την σειρά του είχε δανειστεί από το έργο του Alexander Pushkin «Μότσαρτ και Σαλιέρι») ως θεμέλιο λίθο της ομώνυμης ταινίας του. Ο περήφανος αλλά λιπόψυχος εκατόνταρχος, που ξεπροβάλλοντας απ’ το πέπλο της υπεροψίας του λύγισε μπροστά στην θεϊκή οργή, ήταν εκείνος που ανέλαβε τελικά τον ρόλο του αφηγητή. Εκείνος μόνο συμμετείχε ενεργά στο θείο πάθος από την αρχή έως το τέλος του· χλεύασε, έφτυσε, μαστίγωσε, και τελικά σταύρωσε, για να αναφωνήσει έντρομος πια την πιο πικρή παραδοχή της ήττας του μπροστά στον πληγωμένο και ταπεινό Θεό που τον είχε τελικά νικήσει.

Τον μίσησε και τον λάτρεψε, και η λατρεία του για εκείνον γιγαντώθηκε μέσα απ’ την πλήρη συνείδηση ότι τον πολέμησε κι απέτυχε, συμβάλλοντας έτσι σχεδόν οικειοθελώς στην οικοδόμηση του μεγαλείου του. Μέσα απ’ την πλήρη συνείδηση ότι ηττήθηκε από κάποιον που μπόρεσε να αναγνωρίσει ως θεό μόνο μέσα απ’ τις λεπτομέρειες, και έχοντας ίσως πιστέψει ότι θα στεκόταν περισσότερο αντάξιος της θεϊκής φωνής που το αντίπαλο δέος είχε τόσο αναξιοκρατικά κληρονομήσει, έγινε άθελά του αγωγός για το πέρασμά της απ’ την μιζέρια της γήινης και φθαρτής εξουσίας του στο πάνθεον.

Αυτή η καθαρή και ανεκβίαστη θεϊκή φωνή επιλέχθηκε σαν αντικείμενο φθόνου του Σαλιέρι, ενός φιλόδοξου και εγωκεντρικού μουσικού, που ωρίμασε θεωρώντας το ταλέντο του «ανταμοιβή» για ό,τι ο ίδιος ονόμαζε βαθειά και ειλικρινή πίστη. Συνειδητοποιώντας όμως ότι αυτό το μοναδικό δώρο είχε δοθεί στην «περιοδεύουσα μαϊμού», μια προσωπικότητα εκ διαμέτρου αντίθετη με τον ίδιο, εκείνος αποφάσισε να εκδικηθεί τον Θεό διώκοντας τον Μεσσία του. Σ’ αυτήν την προσπάθεια ο Σαλιέρι στέφθηκε νικητής, αλλά μόνο στα μάτια ενός ανθρώπου της εποχής του, ή κάποιου από τους κοντόφθαλμους πάτρωνες που τον περιστοίχιζαν· βαθιά μέσα του γνώριζε ότι ο αντίπαλός του τον είχε εξολοθρεύσει, μέσα από κάθε νότα του που άγγιζε το διαχρονικό και το πανανθρώπινο, και μέσα απ’ όλες τις γενιές του μέλλοντος που θα τον λάτρευαν και θα τον μνημόνευαν όταν ο ίδιος θα έσβηνε μαζί με τις παρτιτούρες του.

Οι περισσότερες ταινίες αφιερωμένες σε προσωπικότητες του παρελθόντος τείνουν να ακροβατούν ανάμεσα στην τεχνική υπερανάλυση και την πανάκεια της «ανθρώπινης πλευράς». Στην πρώτη περίπτωση αδυνατούν να βοηθήσουν τους θεατές να ταυτιστούν με το ιστορικό πρόσωπο και εξαντλούν, ενώ στην δεύτερη το απομυθοποιούν πλήρως, στερώντας με ανευθυνότητα την αίγλη του μέσα από ένα κλίμα σαπουνόπερας. Η ιστορία και η φύση της ήττας του είναι που καθιστά τον Σαλιέρι ιδανικό αφηγητή της ζωής του Μότσαρτ· έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς του, και ως «προστάτης άγιος» της μετριότητας, στάθηκε ικανός να περιγράψει με δέος και ειλικρίνεια τους όρους με τους οποίους πάλεψε και έχασε. Να εξηγήσει σε ανθρώπους που δεν έχουν ποτέ ακούσει κλασσική μουσική, και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για αρπέτζιο και φα ελάσσονες, ποιος ήταν πραγματικά ο Μότσαρτ, και γιατί αξίζει την αθανασία μέσα από όσα άφησε πίσω, σβήνοντας πρόωρα στα 35 του.

Μακριά όμως από την δραματοποιημένη αλήθεια των Forman και Shaffer, η πραγματικότητα ήταν αρκετά διαφορετική. Ο Αντόνιο Σαλιέρι γεννήθηκε το 1750 στην ιταλική πόλη Λενιάνο, και υπήρξε πραγματικά διευθυντής ιταλικής όπερας στην αυλή των Αψβούργων για 18 χρόνια. Έζησε και εργάστηκε στην Βιέννη την ίδια εποχή με τον Μότσαρτ, η σχέση τους ωστόσο απείχε πολύ από την περιγραφή της ταινίας. Ο αμοιβαίος σεβασμός τους επέτρεψε να γράψουν από κοινού μία καντάτα, ενώ ο Σαλιέρι υπήρξε δάσκαλος μουσικής του γιου του Μότσαρτ μετά τον θάνατό του (άλλοι διάσημοι μαθητές του ήταν και οι Μπετόβεν, Σούμπερτ και Λιστ).

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μότσαρτ ο Σαλιέρι παρευρέθηκε -φανερά, και όχι ινκόγκνιτο- σε όπερά του και επευφημούσε έντονα, ενώ χρησιμοποίησε αρκετές φορές έργα του Μότσαρτ σε εκδηλώσεις που οργάνωσε ο ίδιος. Η μοναδική ίσως πραγματική λεπτομέρεια του σεναρίου ήταν η παρουσία του Σαλιέρι στην φτωχική κηδεία του αθάνατου συναδέλφου του, μαζί με ελάχιστους άλλους. Κατά τα άλλα, καμιά απόδειξη προσωπικής και μη ευγενούς άμιλλας ανάμεσα στους δύο δεν έχει ακόμη αναδειχθεί, πέρα από την ίσως εγωπαθή προσκόλληση του Σαλιέρι στην θέση του στην αυτοκρατορική αυλή, ειδικά όταν ένιωθε την ανάσα υποστηρικτών της γερμανικής όπερας όπως ο Μότσαρτ.

Ωστόσο, οι φόβοι του πλασματικού Σαλιέρι επιβεβαιώθηκαν, και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του η μουσική του είχε ξεχαστεί και ξεπεραστεί. Χάρη στην ταινία του Forman όμως η δημοτικότητά του άνθισε εκ νέου, και σήμερα ένα ετήσιο φεστιβάλ αφιερωμένο σε αυτόν λαμβάνει χώρα στην πόλη καταγωγής του. Στην πρώτη ταινία “Iron man”, το κομμάτι που παίζει ο Ομπεντάια Στάιν κατά την συνάντησή του με τον Τόνυ Σταρκ έχει γραφτεί από τον Αντόνιο Σαλιέρι.

Η παραγωγή μιας τέτοιου επιπέδου ταινίας εποχής θεωρήθηκε πολύ ριψοκίνδυνη για την εποχή της, και κανένα μεγάλο στούντιο παραγωγής δεν δέχτηκε να την χρηματοδοτήσει. Τελικά όμως το στοίχημα απέδωσε, και το «Amadeus» βραβεύτηκε με τέσσερις χρυσές σφαίρες και οκτώ από τα έντεκα Όσκαρ για τα οποία ήταν υποψήφιο το 1985, ενώ τα έσοδα στο box office ήταν τουλάχιστον τριπλάσια του budget. Υποψήφιοι για Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου και χρυσή σφαίρα ήταν και οι δύο πρωταγωνιστές της ταινίας F. Murray Abraham (Σαλιέρι) και Tom Hulce (Μότσαρτ), με τον πρώτο να κερδίζει και τα δύο.

Ο Abraham εξαργύρωσε την επιτυχία του μέσα από μια αξιοπρεπή καριέρα -με τελευταίο μεγάλο ρόλο του μια σταθερή παρουσία στην σειρά «Homeland»- ενώ ο Hulce δεν ακολούθησε ανάλογη πορεία, καθώς η μοναδική αξιομνημόνευτη δουλειά του στην συνέχεια ήταν η φωνή του Κουασιμόδου στην «Παναγία των Παρισίων» της Ντίσνεϋ. Ο παραγωγός Saul Zaentz παρέλαβε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας από τον Laurence Olivier, ενώ το Όσκαρ σκηνοθεσίας ήταν το δεύτερο του Forman μετά το «Στην φωλιά του κούκου» (1975), με συμπαραγωγό και πάλι τον Zaentz , που ήταν παραγωγός και στο «Ο Άγγλος ασθενής» (1996), κερδίζοντας Όσκαρ και για τα δύο.

Η ταινία θεωρήθηκε πολύ γρήγορα κλασσική, και το 1998 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε 53η στις εκατό καλύτερες όλων των εποχών. Αμέσως μετά την επιτυχία της πυροδότησε ένα πρωτόγνωρο κύμα αναβίωσης στοιχείων του κλασικισμού στην ποπ κουλτούρα, που διατηρείται μέχρι και σήμερα· σκηνές από την ταινία έχουν σατιριστεί σε σειρές όπως το «Family Guy», οι «Simpsons» και το «How I met your Mother», και δεκάδες ανάλογες ταινίες εποχής με υψηλό budget έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στα επόμενα χρόνια. Πολλά συγκροτήματα πραγματοποίησαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα εμφανίσεις εμπνευσμένες από την ταινία, με αποκορύφωμα το τραγούδι «Rock me Amadeus» του αυστριακού συνθέτη και τραγουδιστή Falco, που έγινε χάρη σ΄ αυτό ο μοναδικός γερμανόφωνος με παρουσία στην κορυφή των αμερικανικών charts.

Η αρχική, συντομευμένη έκδοση του «Amadeus» είχε διάρκεια 161 λεπτά. Το 2002 όμως ο Forman δημοσίευσε μία Director’s Cut έκδοση με 20 επιπλέον λεπτά αδημοσίευτων σκηνών, που είχε ο ίδιος αφαιρέσει όταν η επιτυχία δεν τον είχε ακόμη διαβεβαιώσει για το μέγεθος του εγχειρήματός του. Έτσι κι αλλιώς, ένα τρίωρο έπος εποχής δεν είχε ανάγκη να παίξει με την υπομονή του μέσου θεατή· «πολλές νότες για να ακούσει κανείς μέσα σε ένα απόγευμα» θα μπορούσε να σχολιάσει, σαν άλλος αυτοκράτορας Ιωσήφ. «Καμιά όμως δεν είναι περιττή» θα απαντούσε ο Forman, σαν άλλος Μότσαρτ.

Ο ίδιος, άλλωστε, δεν επρόκειτο ποτέ να ζητήσει κάτι περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν στην μνήμη του. Ούτε κάτι λιγότερο. Ήταν, πάνω απ’ όλα, ταπεινός και εργατικός. Μέχρι κι αυτό το πομπώδες λατινικό «Amadeus» («ο αγαπητός του Θεού»), το χρησιμοποιούσε μόνο για να αστειευτεί. Ακόμη και εκείνος λοιπόν δεν θα μπορούσε να έχει επιλέξει καλύτερο τέλος για μια ταινία στο όνομά του. Καμιά επιβλητική συμφωνία, καμιά χορωδία με αγγελικές φωνές και καμιά περίπλοκη αρμονική σύνθεση· παρά μόνο το κελαριστό του γέλιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *