«Darkest Hour» – Κριτική

Το καλοκαίρι, ο Cristopher Nolan μας μύησε στην πρώτη πλευρά του νομίσματος. Η «Δουνκέρκη», τα γράμματα, αφιερωμένη σε εκείνους που πέρασαν στα ψηλά γράμματα της ιστορίας ακολουθώντας εντολές, μας κράτησε μακριά από βλοσυρά συμβούλια και μεγάλα κεφάλια. Λίγους μήνες μετά, ο Joe Wright μας συστήνει στην κορώνα. Θα μας μιλήσει για την εμπνευσμένη και στιβαρή ηγεσία που σε δύσκολους καιρούς είχε το θράσος και το τσαγανό να αναλάβει τα ηνία. Το «Darkest Hour» -ας μην προσποιηθούμε τους αμερόληπτους- κατά πάσα πιθανότητα θα χαρίσει στον Gary Oldman ένα χρυσό αγαλματάκι. Το κόκκινο χαλί όμως μπορεί να περιμένει. Αξίζει να σταθούμε για λίγο σ’ αυτήν την άλλη πλευρά, όπου άνθρωποι με αδυναμίες είχαν περιθώριο λίγες ώρες να τις υπερβούν. Κανείς δεν είναι αλάθητος. Πόση σημασία έχει όμως, όταν το διακύβευμα είναι η σωτηρία μιας ολόκληρης ηπείρου;

Σε μια πραγματικά σκοτεινή στιγμή, η βρετανική αντιπολίτευση ζητά την καθαίρεση του πρωθυπουργού Chamberlain με το πρόσχημα της αδυναμίας του να διαχειριστεί τον πόλεμο με τον Ναζισμό. Μέσα από πολιτικά παιχνίδια θα αναδειχθεί στην κορυφή η προσωπικότητα του υπουργού ναυτικών, Winston Churchill, που θα βρεθεί στην θέση του πρωθυπουργού. Πολύ σύντομα τα βάρη των ευθυνών θα τον συντρίψουν. Η πολεμική μηχανή του Χίτλερ προελαύνει με πρωτόγνωρους ρυθμούς, και φωνές μέσα στην κυβέρνηση προτείνουν την συνθηκολόγηση σαν μόνη βιώσιμη λύση. Ο πρωθυπουργός είναι διατεθειμένος να οδηγήσει την χώρα σε άμυνα μέχρις εσχάτων, αλλά ακόμη κι αυτός πρέπει κάποιες φορές να μάθει να ακούει. Σε ποιόν όμως, πέρα απ’ την συνείδησή του, οφείλει πραγματικά να λογοδοτήσει;

Εντάξει, ας παραδεχτούμε ότι η σκηνή του μετρό ήταν καθ’ όλα μυθοπλαστική. Κάποια μικρά δείγματα ανελέητης βρετανικής προπαγάνδας είναι επίσης εμφανή. Ως προς το ιστορικό πλαίσιο όμως, η πραγματικότητα παρουσιάζεται γοητευτικά ωμή. Το μέλλον του πολέμου βρέθηκε στα χέρια ενός ανθρώπου μέθυσου, παρορμητικού, καταθλιπτικού, μεγαλομανούς και συχνά επιρρεπούς στο λάθος. Ωστόσο, ο ρομαντισμός της ιστορίας κρύβεται στο γεγονός ότι κανένας δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί ιδανικότερος για αυτήν την θέση, αυτήν την χρονική στιγμή. Η Αγγλία και η Ευρώπη είχαν απόλυτη ανάγκη από έναν πεισματάρη μεγαλομανή. Σε μια στιγμή αβεβαιότητας, μόνο αυτός θα μπορούσε να καταλάβει ότι ο Χίτλερ δεν έπαιρνε από λόγια.

Ο Gary Oldman, ο σεναριογράφος Anthony McCarten («The Theory of Everything») και ο σκηνοθέτης Joe Wright έδειξαν να έχουν κατανοήσει καλά τα παραπάνω. Όπως συμβαίνει συχνά, είναι δύσκολο να πείσεις τους θεατές να αγχωθούν για ένα ιστορικό γεγονός με γνωστή έκβαση. Ο πόλεμος κερδήθηκε. Πώς αισθάνεται όμως ένας άνθρωπος που οφείλει να αποφασίσει πόσοι νέοι άνθρωποι θα θυσιαστούν, και γιατί; Ο Gary πρωταγωνιστεί σχεδόν σε κάθε σκηνή, φωνάζοντας, γελώντας, κλαίγοντας, μειδιώντας, τρέχοντας, παραληρώντας, φωνάζοντας και πάλι. Η έλλειψη αναίμακτης λύσης αιωρείται πάνω από κάθε έκφρασή του, πάνω από κάθε πολύβουο διάδρομο και κάθε φορτισμένη λογομαχία. Δεν είναι καιροί για λιπόψυχους, και ο Winston το ξέρει. Φροντίζει λοιπόν να το καταλάβουν και οι υπόλοιποι.

Οι «υπόλοιποι», όπως οι Kristin Scott Thomas, Lily James, Stephen Dillane, Ronald Pickup και Ben Mendelsohn, παραμένουν δυστυχώς ακριβώς αυτό. Παρά τις εκπληκτικές τους ερμηνείες χάνονται μπροστά στην σκιά του Oldman. Τα συνεχή κοντινά πλάνα εναλλάσσονται συχνά με πανοραμικά, ανάλογα με το είδος της συναισθηματικής φόρτισης. Κοντινά για την λάμψη (ή την θλίψη) στα μάτια του πρωθυπουργού, μακρινά για μια αίθουσα που σείεται από κραυγές επιδοκιμασίας και αυτοπεποίθησης. Η μουσική του βραβευμένου με Όσκαρ Dario Marianelli συμπληρώνει ιδανικά και τα δύο. Το «Darkest Hour» δεν παύει ποτέ να εκφράζει συναισθήματα. Όχι πάντα τα ίδια, όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αυτή η ποικιλομορφία, σε συνδυασμό με την ανάδειξη του είδους της δύναμης που μπορούν να φέρουν οι λέξεις, είναι από μόνη της ένας λόγος να μην το χάσει κανείς.

Είναι σίγουρο ότι ο Churchill δεν έχει αποφύγει τον χαρακτηρισμό της αμφισβητούμενης προσωπικότητας. Από την μία έχει ψηφιστεί επανειλημμένα σημαντικότερος Βρετανός όλων των εποχών. Από την άλλη, αποκάλεσε τον Μαχάτμα Γκάντι μισόγυμνο φακίρη που έχει το θράσος να τα βάλει με την κραταιά βρετανική αυτοκρατορία. Στα του οίκου μας, ο ρόλος του στα Δεκεμβριανά σίγουρα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αμελητέος. Παρόλ’ αυτά, στην πιο σκοτεινή ώρα, πήρε τις σωστές αποφάσεις. Δεν ήταν εύκολο, και το «Darkest Hour» είναι αφιερωμένο σε αυτό. Είναι ένα εξαίσιο μνημείο, με εκπληκτική σκηνοθεσία, αλάνθαστο τεχνικό τομέα και ερμηνείες υπεράνω κριτικής. Τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει ζητήσει κανείς στην μνήμη του;

9.1
Βαθμολογία
Darkest Hour (2017)
Με λίγα λόγια
Το «Darkest Hour» είναι ένα εξαίσιο μνημείο, με εκπληκτική σκηνοθεσία, αλάνθαστο τεχνικό τομέα και ερμηνείες υπεράνω κριτικής.
Θετικά
Απόλυτα ακριβής προσέγγιση του θέματος.
Εξαιρετική σκηνοθεσία και φωτογραφία.
Δώστε στον Gary Oldman ένα Όσκαρ.
Αρνητικά
Κάποιες μικρές ιστορικές ανακρίβειες.
Μια γερή δόση βρετανικής προπαγάνδας.
Μπορεί κάποιος να μου υποσχεθεί ότι δεν γυρίστηκε μόνο και μόνο για να πάρει Όσκαρ ο Gary Oldman;