“Dead Space 3” – Review

Από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε το πρώτο τρέιλερ για το τρίτο μέρος της σειράς Dead Space οι γνώμες διχάστηκαν γύρω από την έντονη δράση που απεικονιζόταν στο βίντεο, καθώς και για την επίδειξη του συνεργατικού μέρους του παιχνιδιού. Οι περισσότεροι έσπευσαν να κατηγορήσουν το studio παραγωγής Visceral, καθώς αισθάνθηκαν πως το κλειστοφοβικό κλίμα που έκανε τόσο αγαπητό και δημοφιλές το αρχικό Dead Space θα έπαυε να υπάρχει για χάρη του μάρκετινγκ και πως ο νέος τίτλος θα ήταν η καταστροφή της σειράς. Και αυτή η άποψη ισχυροποιήθηκε μετά την κυκλοφορία του Resident Evil 6, το οποίο απώθησε σχεδόν ολοκληρωτικά το στοιχείο του τρόμου και για αρκετούς «σκότωσε» το franchise. Όμως το παιχνίδι πλέον έχει κυκλοφορήσει και μαζί του έρχεται και η στιγμή της αλήθειας. Είσαστε έτοιμοι;

Αν είναι να ξεκινήσουμε από κάπου, αυτό είναι το στόρι. Μετά από τα γεγονότα των προηγούμενων δύο παιχνιδιών, ο Isaac Clark έχει απομονωθεί και έχει χάσει την ελπίδα για τον κόσμο. Από την απομόνωσή του θα τον βγάλει παρά την θέλησή του μια ομάδα με την οποία συνεργαζόταν η Ellie, πάλαι πότε σύντροφος του Isaac, η οποία και έχει εξαφανιστεί ερευνώντας ένα στοιχείο για τα Markers, τα εξωγήινα γιγάντια κειμήλια που ευθύνονται για την δημιουργία των τρομακτικών μας αντιπάλων Necromorphs. Και έτσι ο Isaac για μια ακόμη φορά θα έρθει αντιμέτωπος με τους φόβους του, ενώ έχει και στο κατόπι του τα μέλη της Εκκλησίας της Unithology, την αίρεση που έχει δημιουργηθεί χάρη στα Markers. Η αλήθεια είναι πως το σενάριο δεν θα εκτιμηθεί τόσο από το απλό κοινό όσο από τους σκληροπυρηνικούς λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας, ειδικά χάρη στις άπειρες αναφορές που υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στο παιχνίδι (ακόμη και το όνομα του πρωταγωνιστή συμπληρώνεται από τα ονόματα δύο κορυφαίων συγγραφέων, του Isaac Asimov και του Arthur C. Clark). Παρόλα αυτά, η ιστορία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο να προσφέρει, πέρα από μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μερικές τολμηρές επιλογές σε σημεία. Όμως πλέον έχουμε δει τα πάντα, και έτσι το παιχνίδι δεν έχει να προσφέρει σεναριακά κάτι καινούργιο και αξιοπρόσεκτο.

Στον τομέα του gameplay υπάρχουν πολλές αλλαγές με ανάμεικτα αποτελέσματα. Στα θετικά πάνε οι δυνατότητες Stasis και Kinesis, οι οποίες έχουν τροποποιηθεί αρκετά προς όφελος τόσο του παιχνιδιού όσο και του παίκτη. Έχουμε καινούργια hacking/puzzle games, τα οποία δίνουν περισσότερο ενδιαφέρον απ’ ότι παλιότερα. Η καλύτερη ίσως αλλαγή είναι το νεοσύστατο weapon crafting, μέσω του οποίου μπορούμε να τροποποιήσουμε ανάλογα με τα γούστα μας τα κλασσικά όπλα, ή ακόμη και να δημιουργήσουμε καινούργια. Όμως αν υπάρχει ένα μελανό στοιχείο που επισκιάζει σχεδόν όλα τα θετικά, αυτό είναι η αλλαγή του inventory. Ενώ πριν ήμασταν ελεύθεροι να το διαχειριστούμε όπως θα θέλαμε, τώρα όλα έχουν απλουστευθεί σε βάρος της ελευθερίας μας. Πλέον, όλα τα όπλα έχουν το ίδιο τύπο σφαιρών, ενώ πλέον δεν υπάρχει store και πρέπει να φτιάξεις τα πάντα μέσω κάποιων μεταλλευμάτων που είναι δύσκολο να τα βρεις. Παρότι αυτό δίνει την δυνατότητα στον παίκτη να εξερευνήσει το περιβάλλον και εξυπηρετεί σεναριακά για να δείξει πως ο Isaac είναι και καλά μηχανικός και μπορεί να φτιάξει τα πάντα, τελικά καταλήγει εκνευριστικό και απωθητικό. Μια τελευταία προσθήκη που μπορεί να θεωρηθεί περιττή ως και κατακριτέα είναι οι μάχες με ανθρώπινους αντιπάλους, στις οποίες το παιχνίδι μοιάζει περισσότερο με κάθε περιπετειώδες shooter τρίτου προσώπου της εποχής μας: τετριμμένο και συνήθως κουραστικό.

Ο τεχνικός τομέας είναι υποδειγματικός. Παρότι στα γραφικά δεν βλέπουμε μεγάλη διαφορά από τους προηγούμενους τίτλους, το παιχνίδι είναι πέρα για πέρα τεχνικά άρτιο. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι αρκετά καλοδουλεμένα, ενώ τα περιβάλλοντα και τα καιρικά φαινόμενα είναι σχεδόν άριστα. Τα σκηνικά του παιχνιδιού, όμως, είναι πραγματικά όμορφα, μ’ ένα σχεδόν άρρωστο τρόπο αν σκεφτείς πως σε κάθε γωνία υπάρχει κι ένα πτώμα ή μια ακόμη δυσάρεστη και τρομακτική έκπληξη. Υπάρχει και η κατασκότεινη ατμόσφαιρά που όλοι λάτρεψαν στη σειρά, όμως αντικειμενικά οφείλω να πω πως τα φωτεινά περιβάλλοντα είναι αυτά που κλέβουν την παράσταση. Και ο ήχος, το μεγαλύτερο θετικό χαρακτηριστικό του τεχνικού τομέα των προηγούμενων παιχνιδιών, είναι πολύ παραπάνω από απλά ικανοποιητικός. Η παρουσία του είναι καταλυτική, καθώς μπορεί να προκαλέσει περισσότερο τρόμο και σασπένς από 100 τρομακτικά πλάσματα που μπορεί να εμφανιστούν από το πουθενά. Κλείνοντας για τον ήχο, θα πρότεινα σε όλους να παίξουν το παιχνίδι φορώντας ακουστικά.

Άφησα τη στιγμή της αλήθειας για το τέλος. Τελικά το μήλο έπεσε πολύ μακριά από την μηλιά ή το αντίθετο; Το survival horror θα εκλείψει λόγω της δράσης ή έχει ακόμη χρόνια μπροστά του; Η απάντηση έχει και αρνητική και θετική χροιά. Είναι αλήθεια, στις μέρες μας τα παιχνίδια επενδύουν περισσότερο στην ξέφρενη δράση και λιγότερο στον ψυχολογικό τρόμο απέναντι στον παίκτη. Η ίδια η σειρά που εδραίωσε το survival horror στο gaming (Resident Evil) κατέληξε με τον τελευταίο της τίτλο να ξεφύγει κατά πολύ από τις ρίζες της και να απογοητεύσει χιλιάδες κόσμου. Το πρώτο Dead Space έδειξε πως το είδος έχει ακόμη ελπίδες. Όμως στα επόμενα μέρη του επένδυσε αρκετά στο action στοιχείο και, όπως είναι λογικό, ο κόσμος άρχισε να φοβάται και να διαμαρτυρείται, χωρίς να έχουν δει το τελικό παιχνίδι. Το τρίτο μέρος της σειράς δεν ξεφεύγει από τις ρίζες του, τουλάχιστον κατά πολύ. Και αυτό που επιτυγχάνει είναι ένα ενδιαφέρον πάντρεμα δράσης και τρόμου. Εξαιρώντας το co-op κομμάτι και τις μάχες με ανθρώπους, το παιχνίδι είναι τρομακτικό. Η δράση μάλιστα κατορθώνει να προσθέσει περισσότερο σασπένς στη συνολική εμπειρία. Αρκετοί φοβήθηκαν πως οι ανοικτοί χώροι θα κάνουν το παιχνίδι πιο εύκολο και λιγότερο τρομακτικό. Όμως ο κάθε καλός κυνηγός ζόμπι θα μπορούσε να παραδεχθεί πως μεγάλος χώρος σημαίνει περισσότεροι εχθροί, δηλαδή περισσότερος πανικός για τον παίκτη. Με άλλα λόγια το παιχνίδι όχι μόνο δεν φεύγει καθόλου από τις ρίζες του, όμως ίσα-ίσα καταφέρνει να διευρύνει τον τρόμο στους ανοιχτούς χώρους.

Αυτό, όμως, που δεν αλλάζει, είναι το γεγονός πως το survival horror αργοπεθαίνει. Ο παίκτης γίνεται όλο και συχνότερα ο μικρός θεός που δεν έχει τίποτα και κανένα να φοβηθεί. Και κάποια μέρα οι ιστορίες θα τελειώσουν και δεν θα υπάρχει πια κάτι που θα μας τρομάζει. Ωστόσο αυτή η μέρα είναι μακριά ακόμη.

Σε γενικές γραμμές το Dead Space 3 είναι ένα πολύ άξιο παιχνίδι, μολαταύτα μερικές από τις νέες του προσθήκες και η μη πρωτότυπη ιστορία του το κάνουν αδύναμο. Όμως αυτό δεν το εμποδίζει να είναι ένα αρκετά καλό παιχνίδι, αλλά και από τα ελάχιστα survival horror που κυκλοφορούν. Και όλοι αυτοί οι παράγοντες το καθιστούν προτεινόμενο.

Χρήστος Γιαννάκενας

2 thoughts on ““Dead Space 3” – Review

  • 3 Απριλίου 2013 at 10:27 ΜΜ
    Permalink

    Πολυ καλο review παιδιά και με αυτα που ακούω λέω να ασχοληθω με την σειρά.

    Reply
  • 5 Απριλίου 2013 at 11:08 ΜΜ
    Permalink

    Mπραβο για το review Xρηστο. Εγω απο εβδομαδα θα αρχισω να παιζω το 2 μετα σειρα εχει αυτο για να δουμε θελω πολυ να δω αν θα μου αρεσει με τις αλλαγες που εκαναν

    Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *