«Django Unchained» – Κριτική

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Μιας και έχουμε να κάνουμε με μία από τις σημαντικότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων, αποφασίσαμε να γράψουμε δυο διαφορετικές γνώμες για την ταινία που παρακολουθήσαμε.


Από την πρώτη στιγμή τη καριέρας το, ο Κουέντιν Ταραντίνο έδειχνε την αγάπη του για το σπαγγέτι γουέστερν, δηλαδή μια σειρά από ταινίες γυρισμένες στα ιταλικά εδάφη αλλά τοποθετημένα στην Άγρια Δύση, όπως το κλασικό «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Κι ενώ πάντα είχε σκοπό να γυρίσει κι αυτός μια ταινία που να ανήκει στο είδος,  χρειάστηκε να περάσουν 20 χρόνια μέχρι να το βάλει σε εφαρμογή. Η επιλογή του ονόματος «Django» δεν είναι τυχαία, καθώς αναφέρεται στο μεγαλύτερο για πολλούς σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Κορμπούτσι το 1966. Την ταινία την ακολούθησαν περίπου 30 ανεπίσημα σίκουελ που το μόνο που προσπαθούσαν να κάνουν ήταν να κλέψουν λίγη από την δόξα του αρχικού έργου.

Ο Ταραντίνο όμως δεν προσπαθεί να κάνει κάτι τέτοιο. Το όνομα το χρησιμοποιεί σαν αναφορά και φόρο τιμής στην αρχική δημιουργία (ο ίδιος ο Φράνκο Νέρο, πρωταγωνιστής του αρχικού «Django», κάνει μια πολύ μικρή εμφάνιση), όμως τα υπόλοιπα είναι εντελώς διαφορετικά. Πάνω απ’ όλα όμως τηρεί κατά γράμμα τους κανόνες του είδους: πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο, καυστικό και ειρωνικό χιούμορ, άφθονο αίμα. Και έτσι δίνει νέα πνοή στο είδος, μια ανάσταση που περιμέναμε όλοι οι λάτρες του είδους με ανυπομονησία τόσα χρόνια. Η ταινία ακολουθεί τον μαύρο σκλάβο Τζάνγκο (Τζέιμι Φοξ), ο οποίος απελευθερώνεται από τον Κινγκ Σούλτζ (Κριστόφ Βαλτζ), ένα Γερμανό κυνηγό επικηρυγμένων που αναζητά τρεις καταζητούμενους με τους οποίους ο Τζάνγκο έχει παρελθόν. Το σενάριο όμως δεν μένει εκεί, καθώς οι δύο άντρες στη συνέχεια ξεκινούν μια αποστολή να βρουν και να ελευθερώσουν την σύζυγο του Τζάνγκο Μπρουμχίλντα (Κέρρυ Ουάσινγκτον), αναζήτηση που τους οδηγεί σ’ ένα από τα μεγαλύτερα ράντσα του Νότου και στον σαρδόνιο ιδιοκτήτη του, Κάλβιν Κάντυ (Λεονάρντο Ντι Κάπριο).

Ερμηνευτικά μπορώ να πω πως η ταινία κινείται σε υψηλά επίπεδα. Ο Τζέιμι Φοξ είναι πειστικός στο ρόλο του πρώην σκλάβου και πάντα κουλ, με αποτέλεσμα να δίνει μια διαφορετική εκδοχή για τον μύθο του εκδικητικού καουμπόι. Στο αντίπαλο δέος έχει ένα διαφορετικό Ντι Κάπριο, πάντα απειλητικό και απολαυστικό, αποδεικνύοντας πόσο εξαιρετικός ηθοποιός είναι, σ’ ένα δεύτερο ρόλο μετά από πολλά χρόνια σε πρώτους. Τον πλαισιώνει ο Σάμιουελ Τζάκσον στο ρόλο του μαύρου συμβούλου του, Στίβεν, που αντιπροσωπεύει όλα τα αρνητικά στερεότυπα των μαύρων. Και δίνει την καλύτερή του ερμηνεία, εκπλήσσοντας μας συνεχώς. Για την Κέρυ Ουάσινγκτον δεν έχω πολλά να πω, πέρα απ’ το ότι γεμίζει με την ομορφιά της κάθε κινηματογραφικό κάδρο του Ταραντίνο.Αυτός όμως που είναι πραγματικά ασυναγώνιστος στον ρόλο του είναι ο Βαλτζ, ξεφεύγοντας από την σκιά του ρόλου του κακού στο «Inglourious Basterds» και παρουσιάζοντας έναν από τους καλύτερους Ταραντινικούς χαρακτήρες που έχουμε δει. Συμπαθής, αστείος, μερικές φορές κυνικός και πάντα εύστοχος, είτε πυροβολεί είτε μιλά. Και ενώ έπρεπε στην λίστα των υποψηφίων για τα Όσκαρ καλύτερου Β’ ρόλου να ήταν δίπλα του οι Ντι Κάπριο και Τζάκσον, σίγουρα αυτός είναι που άξιζε περισσότερο αυτή την υποψηφιότητα (μη παραξενευτείτε αν τον δείτε να σηκώνεται από την θέση του στην βράβευση να παραλάβει τον βραβείο).

Αυτό που συναντάμε εδώ και είναι τους 4 κοινούς πρωταγωνιστές ολόκληρης της φιλμογραφίας του Ταραντίνο: ο τρομερός και άριστα γραμμένος διάλογος (το καλύτερο πρωτότυπο σενάριο της χρονιάς κατ’ εμέ, δίκαια υποψήφιο και με πολλές πιθανότητες βράβευσης), η άρτια και ταυτόχρονα ανώριμη σκηνοθετική του ματιά (άδικος ο αποκλεισμός του στις υποψηφιότητες για Καλύτερη Σκηνοθεσία), η σουρεαλιστικά υπερβολική βία και το αναχρονιστικό σάουντρακ. Χωρίς αυτούς τους παράγοντες τα «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction» και «Jackie Brown» θ ήταν απλές ταινίες εγκλήματος, τα «Kill Bill» ταινίες Κονγκ-Φου και το «Inglourious Basterds» πολεμική ταινία. Οι ταινίες του Ταραντίνο είναι διαφορετικές, δεν εντάσσονται ποτέ σε κάποιο είδος. Αντίθετα, είναι ερωτικά γράμματα απέναντι στον κινηματογράφο και την ποπ κουλτούρα, γεμάτες αναφορές που αγγίζουν την αντιγραφή και την πρωτοτυπία ταυτοχρόνως. Αυτό κάνει το «Django Unchained» να είναι κάτι παραπάνω από ένα σπαγγέτι γουέστερν, γυρισμένο εν έτει 2012.

Και αυτή η ταινία είναι σίγουρα η ομορφότερη που έχει γυρίσει ο Κουέντιν. Σε κάθε πλάνο βλέπουμε ένα υπέροχο μέρος, είτε πρόκειται για τα χιονισμένα βουνά της Αμερικής, είτε τους εσωτερικούς χώρους της βίλας του Κάντυ. Ακόμη και το πλάνο που έχουμε δει στο τρέιλερ, αυτό του αίματος που σκάει πάνω στα λευκά λουλούδια, είναι φανταστικά υπέροχο. Και σίγουρα στο τελικό αποτέλεσμα έπαιξε μεγάλο ρόλο και η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, ο οποίος είναι κι επάξια υποψήφιος για Όσκαρ φέτος. Το μόνο πιθανό ελάττωμα που πολλοί θα προσάψουν στην ταινία είναι πως διαρκεί πάρα πολύ. Αλλά, από την άλλη, το οποιοδήποτε έπος δεν αξίζει τουλάχιστον 2μιση ώρες ή, στην περίπτωση μας, 2 ώρες και 45 λεπτά;

Ναι, η ταινία είναι έπος. Μπορεί να μην είναι η ταινία που η Ακαδημία των Όσκαρ θα δώσει το χρυσό αγαλματάκι για την καλύτερη ταινία της χρονιάς που πέρασε, ή μπορεί να ξενίσει πολύ κόσμο για την έντονη βία, τη μεγάλη της διάρκεια ή και την λανθασμένη θεώρηση για γουεστερνοποίηση της δουλείας, όμως ο Ταραντίνο καταφέρνει να κάνει αυτό που πάντα έκανε. Να δώσει μια ταινία που θα μείνει στις καρδίες μας και, πάνω απ’ όλα, μια δυνατή ιστορία που αξίζει την προσοχή σας. Παρακολουθήστε, χωρίς φόβο και με πάθος.

Χρήστος Γιαννάκενας

 


Η άλλη άποψη

Ο Κουέντιν Ταραντίνο είναι δίχως αμφιβολία ένας από τους πιο σημαντικούς και ιδιαίτερους σκηνοθέτες του σήμερα. Η μέχρι τώρα φιλμογραφία του είναι αξιοζήλευτη και έχει καταφέρει να πετύχει περισσότερα από όσα κατάφεραν διάφοροι άλλοι σκηνοθέτες με χρόνια καριέρας. Ακούγοντας για πρώτη φορά τα νέα περί της νέας του ταινίας, πολλοί ίσως είχαν τις αμφιβολίες τους. Γουέστερν και Ταραντίνο; Κι όμως. Το είδος του γουέστερν είναι ένα από τα αγαπημένα του Αμερικανού σκηνοθέτη και αυτή η αγάπη είναι έκδηλη σε πολλές από τις ταινίες του, όπως το Pulp Fiction, τα Kill Bill και το πιο πρόσφατο Inglourious Basterds, το οποίο μάλιστα συνεργάτες του Ταραντίνο το είχαν θεωρήσει ως γουέστερν όταν βρισκόταν ακόμη στα πρώτα στάδια. Τελικά ήταν ένα πολεμικό δράμα με την κλασσική Ταραντινική αισθητική.

Την ίδια «κουλ» αισθητική περιμέναμε και στο Django Unchained. Ας τα πάρουμε με τη σειρά πρώτα, όμως. Η ταινία μέχρι να βγει πέρασε από πολλά στάδια. Ακούστηκαν φήμες από ηθοποιό που αποχώρησε πως ο προϋπολογισμός βγήκε εκτός ελέγχου, κάτι που ευτυχώς δεν επιβεβαιώνεται μέσα στην ταινία και όλες οι σκηνές θα έλεγα πως είναι πολύ προσεγμένες. Στη συνέχεια όπως όλοι περιμέναμε, η ταινία κατακρίθηκε για την αναπαράσταση υπερβολικών δόσεων βίας και ο Ταραντίνο έγινε το μαύρο πρόβατο σε πολλά media, μέχρι να αποστομώσει τους πάντες με τις συνεντεύξεις του. Για το τέλος, και κερασάκι στην τούρτα, είχαμε τον Spike Lee ο οποίος θέλησε να μας παραδώσει μαθήματα ιστορίας δηλώνοντας πως η σκλαβιά δεν είναι γουέστερν. Φυσικά και όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί έσπευσαν να στραφούν εναντίον του και το θέμα έληξε με μια ακόμη επίθεση του Τζέημι Φοξ μέσω μιας συνέντευξης. Και τελικά το νέο πόνημα του Ταραντίνο φτάνει στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες ενώ πιο πριν έχει ήδη αποθεωθεί από τους περισσότερους εχέφρονες κριτικούς. Η αλήθεια είναι πως και από trailers που είχα δει ή πληροφορίες γύρω από την ταινία, εξακολουθούσα να έχω τις αμφιβολίες μου. Είναι δυνατόν να έχει ξεθυμάνει ο Ταραντίνο; Πρωτίστως από τον διακαή του πόθο, σε κάποια στιγμή της αναμφίβολα πολύ σημαντικής του καριέρας, να προσφέρει στο πανί ένα γουέστερν, σπαγγέτι αισθητικής, αλλά και πειραγμένης λογικής όπως άλλωστε κάθετι που έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα.

Βρισκόμαστε λίγο καιρό μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο, μια εποχή όπου οι σκλάβοι και ο ρατσισμός δεσπόζουν. Ο κυνηγός επικυρηγμένων και Γερμανός Κινγκ Σουλτζ, κάνει ό,τι λέει και ο τίτλος του. Κυνηγάει καταζητούμενους, τους σκοτώνει τις περισσότερες φορές, και ύστερα ζητάει και την ανάλογη αμοιβή. Εμφανίζεται τις περισσότερες φορές με την προκάλυψη και ιδιότητα ενός πρώην γιατρού, και το ίδιο κάνει όταν συναντάει πρώτη φορά μια ομάδα σκλάβων στην αρχή της ταινίας. Κατ’ εμένα, αν και αυτή είναι μια δυναμική και εντυπωσιακή εισαγωγή προετοιμάζοντάς μας για το τι πρόκειται να επακολουθήσει, «μπάζει» από σεναριακές τρύπες. Στην ομάδα σκλάβων συμπεριλαμβάνεται και ο Τζάγκο, ο οποίος στο πρόσωπο του Γερμανού θα βρει τον λυτρωτή και θα δηλώσει πλήρη αφοσίωση σε αυτόν για τη διέξοδο που του πρόσφερε. Το αντάλλαγμα που θα ζητήσει για τις προσφερόμενες πληροφορίες στη σύλληψη διαφορων επικυρηγμένων οι οποίες τελικά αποδείχτηκαν προσοδόφορες, θα είναι να τον βοηθήσει να ανακαλύψει τα ίχνη της συζύγου του, που το πρώην αφεντικό πούλησε σε έναν ιδιοκτήτη ράντσου στο νότιο Μισισίπι. Ο Τζάγκο θα ακολουθεί στενά τον καινούριο του φίλο και θα φτάσει η στιγμή που οι δυο τους θα συνεργάζονται για να βγάζουν χρήματα. Εν συνεχεία, ο Τζάγκο από ένα τίποτα εξελίσσεται στον απόλυτο πιστολέρο και αναδεικνύεται ιδιαίτερα χαρισματικός στη χρήση του όπλου, με αποτέλεσμα να αποτελεί την πρώτη μούρη.

Το σενάριο από ένα σημείο και μετά είναι ιδιαίτερα προβλέψιμο, πλην κάποιοων ανατροπών, βέβαια. Σαφώς και αυτό δε σημαίνει πως θα βαρεθείτε εύκολα, το αντίθετο μάλιστα. Η μαεστρία του Ταραντίνο στη συγγραφή είναι τέτοια πως ακόμη και το πιο κοινότοπο θέμα να αγγίξει, πάλι θα καταφέρει να πρωτοτυπήσει και να μας κρατάει σε ετοιμότητα κάθε στιγμή. Συνήθως οι σεναριογράφοι δεν γράφουν πολλές γραμμές για το θέμα της εκδίκησης, γιατί όσο και να το επιμηκύνουν, δε μπορεί, κάποιο λάθος θα κάνουν ή πολύ πιο απλά, η ιστορία τους θα καταντήσει τετριμμένη και «τραβηγμένη» από χίλιες δύο άκρες. Σε αυτό το μοιραίο λάθος σκοντάπτει, κατά τη γνώμη μου και ο Ταραντίνο, αν και δε θα έλεγα πως με ενόχλησε ιδιαίτερα. Η διάρκεια της ταινίας αγγίζει σχεδόν της τρεις ώρες και δεν είναι λίγες οι φορές που βρήκα τον εαυτό να παρακολουθεί τον Ταραντίνο να φλυαρεί με τους διαλόγους του. Το παράδοξο είναι πως ίσως το Django είχε τις λιγότερες γραμμές διαλόγου από όσο μας έχει συνηθίσει ο Ταραντίνο, αλλά δεν πειράζει, αφού παραμένουν απολαυστικοί, καυστικοί και καταφέρνουν να συναρπάσσουν με την εκτελεστική τους δεινότητα που τσακίζει περισσότερο και από το πιο φονικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε στα ταινία. Ο Ταραντίνο δεν έχει χάσει το χιούμορ του, ξέρει να μεταβαίνει από την πιο βαριά σκηνή στην πιο ανάλαφρη και χρησιμοποιεί την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρα του, μπορεί και τη δική του, όπως άλλοι χρησιμοποιούν τα ειδικά φαντασματογορικά εφέ σε μια ταινία ξέφρενης δράσης.

To ηχητικό μέρος της ταινίας είναι όπως πάντα μελετημένο και ξεφεύγει από τα όρια του σπαγγέτι γουέστερν. Δεν παύει να έχει τους κλασσικούς γουέστερν ήχους βγαλμένους από τη δεκαετία του 70, μερικους από τους οποίους έχει επιμεληθεί ο Ennio Morricone, ενώ έκπληξη προκαλούν οι μοντέρνες επιλογές όπως το «Freedom» των Anthony Hamilton και Elayna Boynton, ενώ αν και ποτέ δε θα περιμέναμε ραπ μουσική σε σπαγγέτι γουέστερν να έχει επιτυχία, ο Ταραντίνο το κατάφερε και αυτό με μερικά επιθετικά ραπ κομμάτια, που κεντρίζουν το ενδιαφέρον και των αμύητος στη συγκεκριμένη μουσική κατηγορία. Η φωτογραφία είναι ανώτερη των προσδοκιών, καλύτερη από αυτό που επιτρέπουν οι ανέμπνευστες -συνήθως- τοποθεσίες ενός γουέστερν, και κυρίως αν κάτι κλέβει άτυπα την παράσταση στην ταινία, τότε αυτό είναι οι αυθεντικές βαμβακοφυτείες όπου δούλευαν σκλάβοι στο παρελθόν. Ο Ταραντίνο δεν αφήνει κανένα πλάνο να πάει χαμένο, και το κάθε ένα είναι δυνατό και απευθύνεται σε γερά στομάχια. Παρόλα αυτά, είναι εμφανής η απουσία της μοντέρ Sally Menke η οποία είχε δουλέψει με τον Ταραντίνο σε όλη του την καριέρα, αλλά δυστυχώς μας άφησε το 2010. Η βία είναι και εδώ παρούσα και απ’ ότι φαίνεται ο Ταραντίνο δεν περιορίζεται καθόλου στη χρήση της και μέσα στην ταινία υπάρχει σε ανυπέρβλητη ποσότητα. Οι «ευαίσθητοι» σε ακραίες καταστάσεις ίσως αισθανθούν λίγο άβολα, αλλά οι υπόλοιποι θα γουστάρετε άγριο πιστολίδι και ατελείωτα λουτρά αίματος. Μαγκιά…

Το ερμηνευτικό επιτελείο έχει ορισμένες πολύ καλές και ταιριαστές επιλογές, και κατά τη γνώμη μου παίρνει το απόλυτο άριστα. Γίνεται έγχρωμος να καβαλάει άλογο και να είναι ο απόλυτος πιστολέρο; Πώς δεν γίνεται;! Ο Ταραντίνο έσπασε κι αυτό τον κανόνα, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον πάντα καλό Τζέημι Φοξ που έκανε το ρόλο δικό του και ήταν πραγματικά ο Τζάγκο. Η μαύρη εκδοχή του ήρωα, διαθέτει και την σκληράδα και την αποφασιστικότητα που της αρμόζει, και πραγματικά ο Φοξ έδωσε μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία που χαρακτηρίζεται για την παρορμητικότητά της..

Από την άλλη έχουμε και τον Κρίστοφ Βαλτζ ο οποίος μέχρι πριν λίγα χρόνια έπαιζε σε τηλεοπτικές Αυστριακές ταινίες και πια, είναι πρώτο πρόσωπο στο Χόλυγουντ και βλέπει το κασέ του να ανεβαίνει γρήγορα. Δεν είναι τυχαία η υποψηφιότητα του στα φετινά Όσκαρ για δεύτερο ανδρικό ρόλο. Στην ταινία διέθετε πυγμή, ήταν μια ηγετική παρουσία. και μπόρεσε να κλέψει την παράσταση. Όμως, έχω ένα παράπονο. Ο ρόλος του ήταν πανομοιότυπος με εκείνον στους «Άδωξους/Άδοξους Μπάσταρδους» κι έτσι δεν είχαμε την ευκαιρία να δούμε και κάτι διαφορετικό από το αδιαμφισβήτητο υποκριτικό του ταλέντο.

Η ερμηνεία του Λεονάρντο Ντι Κάπριο για ακόμη μια φορά αγνοήθηκε επιδειγματικά από την Ακαδημία, η οποία κατακλύζεται από απόλυτη «στειρότητα» τα τελευταία χρόνια και φαίνεται να έχει καλές σχέσεις με τον Ντι Κάπριο. Ως Κάλβιν Κάντι, πάντως, ήταν ένας πολύ κακός και πειστικός, θα έλεγα από τους πιο καλογραμμένους χαρακτήρες στο σύμπαν του Ταραντίνο. Μπορεί να μην ήταν ευφυής, να ήταν ένας πλούσιος φετιχιστής, όμως είμαι στη θέση να πω πως αυτά τα στοιχεία θα σας κάνουν μέχρι και να τον συμπαθήσετε ως χαρακτήρα.

Ο Σάμιουελ Τζάκσον ήταν για πολλά χρόνια στο πλευρό του Ταραντίνο και είναι και αυτή τη φορά εδώ σε έναν ρόλο έκπληξη. Υποδύεται ένα πρωτοκλασάτο δουλικό με προκαταλήψεις και κατακλυσμένο από στερεότυπα στην έπαυλη του Κάλβιν Κάντι και σε κάνει να κλαις  (από τα γέλια) με τη βαθιά, νότια προφορά του.. Τα σχόλια που κάνει και γίνονται γι’ αυτόν, είναι στην κυριολεξία όλα τα λεφτά…

Για το τέλος επέλεξα να αφήσω την Κέρυ Γουάνσιγκτον, στο ρόλο της Μπρουμχίλντα (το όνομα είναι μια από τις κινηματογραφικές αναφορές που συμπεριέλαβε ο Ταραντινο στην ταινία), η οποία δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Μου φάνηκε απλά καλή, παίζοντας σωστά το ρόλο της, χωρίς όμως να δώσει αυτό το κάτι παραπάνω που πολλοί θα θέλαμε. Με αφορμή την τελευταία αναφορά στο θυληκό φύλο, οφείλω να αναφέρω επίσης πως αν και παλαιότερα ο Ταραντίνο μας είχε καλομάθει με δυναμικές γυναικείες παρουσίες, εδώ υπάρχει πλήρες κενό και ανομβρία, δυστυχώς. Δεν με ενοχλεί και τόσο αυτό βέβαια, μιας και το «Django» θα πρέπει να θεωρείται μια ταινία για άντρες, χωρίς φυσικά να θέλω να γίνω αιρετικός. The D is Silent…

Εν τέλει, δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο, καταλάβατε υποθέτω πώς λάτρεψα την ταινία. Ο Ταραντίνο σεβάστηκε το κοινό του και παρέδωσε μια άρτια από κάθε άποψη ταινία. Μπορεί να μην αναδειχθεί ως η καλύτερη ταινία της χρονιάς, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι η πιο κουλ ταινία του έτους που διανύουμε.

Γιώργος Τσουλιάς