«Dunkirk» («Δουνκέρκη») – Κριτική

Για όλους εμάς τους κρυφούς και φανερούς εραστές του εγκεφάλου του Christopher Nolan, η αναμονή για την «Δουνκέρκη» υπήρξε αδιαμφισβήτητα συνθλιπτική. Από τον Νοέμβριο του 2014 και το «Interstellar», η ακούραστη και υπερβατική του διανόηση απουσίαζε από τον χώρο του σινεμά. Ωστόσο, πέρα από κάθε εικασία, η πολυαναμενόμενη επιστροφή του προκάλεσε αίσθηση. Μένοντας μακριά από τις κατά κόρον φουτουριστικές υπερπαραγωγές φαντασίας, καταπιάστηκε με μία επίμαχη σελίδα στρατιωτικής ιστορίας που θα δυσκόλευε ακόμη και τους δεξιοτέχνες του είδους. Μεγαλοπρεπείς νίκες, καθοριστικές πολεμικές επιχειρήσεις ή έστω ηρωικές άμυνες μέχρις εσχάτων μονοπωλούν το ενδιαφέρον σκηνοθετών και παραγωγών πολεμικών ταινιών εδώ και δεκαετίες. Η «Δουνκέρκη» όμως δεν πραγματεύεται τίποτα τέτοιο. Πρόκειται για το εφιαλτικό χρονικό μιας άτακτης, ταπεινωτικής, και από κάθε άποψη αντιηρωικής υποχώρησης. Μιας ασύλληπτης ήττας.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Όσοι ονειρεύονται ένα ακόμη χορταστικό δείγμα νοητικού σαδομαζοχισμού από τον μεγαλύτερο ίσως σκηνοθέτη του 21ου αιώνα, θα χρειαστεί να περιμένουν. Αυτό που θα συναντήσουν στην νέα του ταινία, μια ιστορία απελπισίας και επιβίωσης, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Για την ιστορία, τον Μάιο του 1940 η βρετανική στρατιωτική διοίκηση απέστειλε σχεδόν 400.000 νεαρούς στρατιώτες για να ενισχύσουν την άμυνα του «πανίσχυρου» γαλλικού στρατού ενάντια σε πιθανή εισβολή των Γερμανών. Η ελλιπής και απροετοίμαστη όμως γαλλική άμυνα κονιορτοποιήθηκε (ή απλούστερα, ποδοπατήθηκε) από τον όγκο της ναζιστικής πολεμικής μηχανής μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έχοντας υποτιμήσει τις δυνατότητες του πανίσχυρου αντιπάλου της. Οι κατάπληκτοι και ανίκανοι να αντιδράσουν Βρετανοί βρέθηκαν στις 26 Μαΐου εκδιωγμένοι στις βελγικές ακτές, περικυκλωμένοι, και χωρίς καμιά ελπίδα σωτηρίας.

Τα γεγονότα της ταινίας λαμβάνουν χώρα γύρω από το μικρό λιμάνι της Δουνκέρκης, στο οποίο επιτελέστηκε το θαύμα της μεταφοράς 338.000ων στρατιωτών πίσω στην πατρίδα, με κάθε δυνατό μέσο, όταν οι πρώιμες και «αισιόδοξες» προβλέψεις περιόριζαν τους πιθανούς διασωθέντες στους 30.000.

Η αφήγηση διασπάται σε τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, με διαφορετικά κεντρικά πρόσωπα. Η πρώτη, με πρωταγωνιστή έναν νεαρό Άγγλο στρατιώτη, περιγράφει γεγονότα που καλύπτουν χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας. Η δεύτερη, αυτή ενός καπετάνιου σε ένα μικρό καΐκι, μιας ημέρας. Η τρίτη, μέσα από το πιλοτήριο ενός μαχητικού αεροσκάφους, μιας ώρας. Η αφήγηση είναι σπονδυλωτή, αλλά η χρονική ασυνέπεια μεταξύ των διαφορετικών ιστοριών τις περιπλέκει μαεστρικά σε μία ενιαία.

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από πραγματικά γεγονότα, και τα περιθώρια για μετατροπές ήταν εξ ορισμού στενά. Παρ’ όλα αυτά, όπως πάντα, ο Nolan κατορθώνει να αφήσει την δική του προσωπική σφραγίδα σε κάθε πτυχή του δημιουργήματός του. Τα νοητικά παιχνίδια, το συνεχές αίσθημα αβεβαιότητας και τα τραγικά πρόσωπα ήταν και πάλι παρόντα. Αυτήν την φορά όμως, οι έντονοι και μακροσκελείς διάλογοι υποχωρούν για να παραδώσουν τα κλειδιά της ταινίας στο βίωμα.

Κάθε λεπτομέρεια δείχνει να έχει σχεδιαστεί με στόχο να επιτρέψει στους θεατές μια κρυφή ματιά στον ψυχικό κόσμο των κεντρικών προσώπων, μέσα από γεγονότα και καταστάσεις. Ο φοβισμένος έφηβος που παρατηρεί ανήμπορος τους συντρόφους του να πεθαίνουν. Ο στωικός καπετάνιος που επωμίζεται το βάρος του καθήκοντος. Ο άφοβος πιλότος που θα βάλει τους πολλούς πάνω από τον ένα. Τα αμέτρητα νέα παιδιά που τα τάισαν ψέματα, που τους είπαν ότι οι Γερμανοί θα ηττηθούν εύκολα. Που τώρα θέλουν μόνο να γυρίσουν πίσω στο σπίτι, πίσω στην μαμά. Όλοι τους αφανείς ήρωες, που όμως κρύβουν τα συναισθήματά τους, περιμένοντας από εμάς να τα ανακαλύψουμε και να συμπάσχουμε. Όλοι τους εργαλεία στα χέρια του Nolan, για να συνθέσει το ψυχογράφημα ενός ολόκληρου λαού.

Ακόμη και η επιλογή του cast δεν ήταν τυχαία. Προτιμήθηκαν νέοι και άπειροι ηθοποιοί για τους βασικούς ρόλους των εγκλωβισμένων στρατιωτών (πχ. Fionn Whitehead, Tom Glynn-Carney, και ο γνωστός από τους «One Direction» Harry Styles), όπως νέοι και άπειροι ήταν οι στρατιώτες που διασώθηκαν τότε. Τον δικαίωσαν απόλυτα, όπως άλλωστε και οι παλιές καραβάνες (πχ. Tom Hardy, Kenneth Branagh, Mark Rylance) που επιλέχθηκαν για να στελεχώσουν κάποιους από τους υπόλοιπους βασικούς ρόλους.

 

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει, για ακόμη μία φορά, στο μοναδικό soundtrack του Hans Zimmer. Σκηνή με την σκηνή, πλάνο με το πλάνο, ακολουθεί βήμα βήμα την σκέψη και τις  προθέσεις του σκηνοθέτη, χτίζοντας το συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μας εμποτίζουν από κοινού. Όπως και με το σενάριο, έτσι και εδώ βασικός στόχος είναι η δημιουργία σασπένς. Έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και ειδικά ηχητικά τρικ για να το πετύχουν, με τρομακτική επιτυχία. Αν δεν γινόταν ελαφρά πομπώδες σε κάποια σημεία, θα άγγιζε σίγουρα το τέλειο.

Ο Nolan αποφάσισε να ελαχιστοποιήσει το CGI, σε μια προσπάθεια να μεγιστοποιήσει την αληθοφάνεια. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερου αναπαλαιωμένου ιστορικού υλικού, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα ελάχιστα δυνατά γραφικά. Αεροσκάφη βάφτηκαν απ’ την αρχή, εκατοντάδες βαμβακερές στολές ράφτηκαν και πολλά από τα καΐκια που έλαβαν μέρος στην αυθεντική εκκένωση της Δουνκέρκης χρησιμοποιήθηκαν και στην σχετική σκηνή. Όσον αφορά την σκηνοθεσία του ίδιου του Nolan, τα λόγια είναι περιττά. Έτσι κι αλλιώς, το μεγάλο μέγεθος του φιλμ που χρησιμοποιήθηκε (70mm) στις περισσότερες σκηνές χωρά αρκετές λεπτομέρειες ώστε να την προβάλει σωστά, ειδικά στα πιο μακρινά πλάνα.

Πέρα από την καθαρά ανθρωπιστική του διάσταση, η τεράστια σημασία του θαύματος στην Δουνκέρκη θα γινόταν ορατή μέσα στα επόμενα χρόνια, όταν οι έμπειροι και σκληραγωγημένοι πια άνδρες που διασώθηκαν θα καθόριζαν την έκβαση των μαχών στην Αφρική και τα παράλια της Μεσογείου υπέρ των Άγγλων. Η δύναμη και η αποφασιστικότητα όμως ενός έθνους, που δεν συμβιβάστηκε με την παράδοση των παιδιών του στον εχθρό και άπλωσε ένα χέρι σωτηρίας, αξίζουν μία τέτοιου επιπέδου δική τους ταινία. Μια ταινία βαθιά συναισθηματική και βιωματική, όπως μόνο ο Christopher Nolan θα μπορούσε να την οραματιστεί. Από το ιδανικό αποτέλεσμα θα μπορούσαν ίσως να εξαιρεθούν κάποιες ελαφρά ανιαρές σκηνές, αλλά και κάποια μικρά τμήματα του σεναρίου που απαιτούν αρκετά μεγάλη παρατηρητικότητα εκ μέρους του κοινού. Κάθε κριτική όμως ωχριά, απέναντι σε μια ταινία που πολύ λίγα πράγματα θα μπορούσε να τα έχει κάνει καλύτερα.

9.3
Βαθμολογία
Δουνκέρκη (2017)
Με λίγα λόγια
Μια ταινία βαθιά συναισθηματική και βιωματική, όπως μόνο ο Christopher Nolan θα μπορούσε να την οραματιστεί.
Θετικά
Σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες, soundtrack αγγίζουν το τέλειο.
Εύστοχη αντιμετώπιση ενός αμφιλεγόμενου θέματος.
Μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες.
Αρνητικά
Η πλοκή ήταν ελαφρώς ανιαρή σε κάποια σημεία.
Οι λάτρεις της ιστορίας θα λατρέψουν και την ταινία. Δεν μπορώ να εγγυηθώ το ίδιο για όσους (προβοκατόρικος βήχας) δεν γνωρίζουν καν σε ποιον πόλεμο αναφέρεται…