«Iron Man 3» – Κριτική

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

 

Εξωγήινοι, τέρατα, άλλοι γαλαξίες, θάνατος. Αυτά συνάντησε ο Τόνι Σταρκ κατά την διάρκεια των «Εκδικητών», όλα αυτά τον στιγμάτισαν και τον ακολούθησαν σε μορφή άγχους στο τελευταίο μέρος της τριλογίας «Iron Man».  Και καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους φόβους του για την ασφάλεια της αγαπημένης του Πέπερ, καλείται από την μία να αντιμετωπίσει τον τρομοκράτη Μάνταριν, ο οποίος απειλεί να καταστρέψει ό,τι πάσχισε τόσα χρόνια να φτιάξει ο Τόνι και, από την άλλη, να καταλάβει αν τα ράσα κάνουν τον παπά ή ο παπάς τα ράσα, τουτέστιν αν ο Iron Man είναι η στολή ή ο τύπος που την χειρίζεται.

Όλα αυτά δίνουν εντύπωση ενός πιο σκοτεινού τόνου στην ιστορία, για πολλούς αλλοιώνει τον χαρακτήρα των προηγούμενων ταινιών, όπου βασίλευαν τα gags. Και είναι αλήθεια, η ιστορία είναι πιο σκοτεινή από αυτή των προηγούμενων ταινιών. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως είναι μόνο κατάθλιψη και πεσιμισμός: το νέο «παιδί» της σειράς είναι αρκετά αστείο ώστε να λυθεί στα γέλια και ο κάθε πικραμένος (ειδικά στην σκηνή μετά τα credits, η οποία είναι περισσότερο ένα gag παρά προάγγελος για κάτι καινούργιο στη σειρά των ηρώων της Marvel), παρότι είναι σοβαρότερο από τους προκατόχους του.

Αυτή η σοβαρότητα λειτουργεί προς όφελος του έργου. Περισσότερα πράγματα διακυβεύονται, καθώς ο κόσμος του Τόνι καταρρέει αστραπιαία. Ο ήρωας μας έχει να αντιμετωπίσει πιθανότατα τον μεγαλύτερο του αντίπαλο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βάλει μια τάξη στη ζωή του. Σύμφωνοι, η κατάθλιψη δεν πείθει (θυμηθείτε το τέλος των «Εκδικητών», όπου ο Τόνι φαίνεται να μένει ίδιος και απαράλλακτος), όμως δίνει λίγο παραπάνω βάθος και ανθρωπιά στον χαρακτήρα που οι προηγούμενες ταινίες παρουσίαζαν ως έναν ευφυή-εκατομμυριούχο-πλεϊμπόι-φιλάνθρωπο και τίποτα παραπάνω. Και, για πρώτη φορά, δίνεται περισσότερο βάρος τόσο στην σχέση του με την Πέπερ, όσο και στην φιλία του με τον Τζέιμς Ρόουντς, τον επονομαζόμενο και Iron Patriot.

Αυτή η αλλαγή σκηνικού οφείλεται σε ένα όνομα: Σέιν Μπλακ. Ένας σεναριογράφος που μετράει στο δυναμικό του το πρώτο –και καλύτερο– «Φονικό Όπλο», αλλά και την ξεκαρδιστική νουάρ κωμωδία «Kiss Kiss Bang Bang», η οποία ήταν και η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, με πρωταγωνιστή πάλι τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ. Το «Iron Man 3» είναι η δεύτερη σκηνοθετική του δουλειά, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνει και χρέη συν-σεναριογράφου με τον Ντρου Πιρς. Στο ρόλο του σκηνοθέτη τα βγάζει πέρα εξαιρετικά σε μια ταινία δράσης που δεν είναι και τόσο εύκολη. Είναι ακριβής στα πλάνα του, γρήγορος και άμεσος στα απαραίτητα σημεία. Οι σκηνές δράσης είναι σωστά χορογραφημένες, με τρόπο που να φαίνεται πως έχει πολλές ταινίες του είδους στο δυναμικό του. Αλλά αυτή η ταινία θα δώσει στον Μπλακ την ευκαιρία να αναγνωριστεί και σαν σκηνοθέτης.

Όμως, όπως είναι λογικό, το σημείο που πραγματικά διαπρέπει είναι το σενάριο που έγραψε μαζί με τον Ντρου Πιρς. Αυτή την φορά ο Μπλακ βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος. Το υλικό του το δουλεύει σωστά, εμπνευσμένος από το αγαπημένο storyline «Extremis» και, παρότι έχει κάποια κλισέ, προσφέρει μια απολαυστική ιστορία γεμάτη με πολλές ανατροπές, που η μια είναι πραγματικά απροσδόκητη και εξωφρενικά ευφυής, άσχετα με τον ντόρο που προκάλεσε σε κάθε forum από πολλούς (εδώ δεν κάνουμε spoiler). Αυτό που καταφέρνει ο Μπλακ, όμως, είναι να δημιουργήσει ένα πραγματικά αντάξιο αντίπαλο για τον Τόνυ, σε αντίθεση με τους άνοστους Τζεφ Μπρίτζες και Μίκυ Ρουρκ των προηγούμενων δύο ταινιών, από την άλλη. Ο κακός του Μάνταριν είναι  ένας από τους πιο καλοφτιαγμένους αντιπάλους που έχουμε δει σε υπερηρωικές ταινίες, καθώς παρουσιάζει και τεράστιο ενδιαφέρον σαν χαρακτήρας.

Η δουλειά του με τους υπόλοιπους χαρακτήρες όμως είναι εξίσου καλή. Αν εξαιρέσουμε τον ρόλο της Ρεμπέκα Χολ σαν Μάγια Χάνσεν, που είναι απρόσωπη και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η μελέτη των χαρακτήρων είναι ακριβής και πιο ανθρώπινη. Ο Τόνυ Σταρκ δεν είναι μόνο ο πλούσιος και ασόβαρος νάρκισσος των προηγούμενων ταινιών, αλλά είναι κι ένα ευαίσθητο άτομο. Η σχεση του με την Πέπερ Ποτς διερευνάται περισσότερο, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το ρόλο της Πέπερ. Παρά αυτές τις αλλαγές, αυτό το ειδύλλιο πάντα μου φαινόταν περίεργο, ίσως λόγω Πάλτροου. Δεν μπορούμε όμως να μην παραδεχθούμε πως υπάρχει μια αύξηση του ενδιαφέροντος σε σχέση με τους δύο χαρακτήρες. Το ίδιο συμβαίνει και με την σχέση του Τόνυ με τον Ρόουντς, αλλά πολύ πιο επιτυχημένα, καθώς το bromance είναι το φόρτε του Μπλακ, αδιαμφισβήτητα λόγω των «Φονικών Όπλων». Υπάρχει ο χαρακτήρας του Έινταν Κίλιαν (τον υποδύεται ο Γκάι Πιρς), ο οποίος είναι πολύ ενδιαφέρον, κρύβοντας πολλές εκπλήξεις μέχρι το μεγάλο φινάλε. Τέλος, ο χαρακτήρας του σωματοφύλακα του Τόνυ, Χάπι (τον οποίο υποδύεται πάντα ο σκηνοθέτης των προηγούμενων ταινιών, Τζον Φάβρο), είναι πιο ενεργός από πριν, και μάλιστα με συμπαθητικό τρόπο.

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για ερμηνείες. Μιλώντας γενικότερα για το δευτερεύον καστ, μπορούμε να θεωρήσουμε πως είμαστε ικανοποιημένοι. Η Ρεμπέκα Χωλ δεν εντυπωσιάζει, αλλά αυτό συμβαίνει για χάρη της πλοκής. Ο Γκάι Πιρς εμφανίζεται καλύτερος απ’ ότι στους πιο πρόσφατούς του ρόλους (Προμηθέας, Προμηθέας, Προμηθέας), δείχνοντας όμως και πάλι πολύ λίγο από το ταλέντο του. Ο Φάβρο παίζει τον Χάπι αστεία, δίνοντάς του λόγο ύπαρξης για την σειρά. Ο Ντον Τσιντλ είναι ταιριαστός στο ρόλο του Ρόουντς, όπως είχε δείξει και στο προηγούμενο μέρος της σειράς. Ο Πωλ Μπίτανυ είναι τέλειος όπως πάντα σαν J.A.R.V.I.S., την τεχνητή νοημοσύνη που συνοδεύει τον Τόνυ στην στολή και στο εργαστήριό του, συχνά κυνικός αλλά πάντα απολαυστικός. Η Γκουίνεθ Πάλτροου σαν Ποτς είναι ενδιαφέρουσα και συχνά συμπαθής, ενώ έχει και το δικό της μερίδιο σε κάποιες σημαντικές σκηνές δράσης. Αλλά πάντα υπάρχει ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ.

Πριν το 2008, ήταν ένας ξεπεσμένος ηθοποιός εξαιτίας του ποτού και των ναρκωτικών, μέχρι που o Τζον Φάβρο τον εμπιστεύτηκε και πόνταρε σ’ αυτόν για τον ρόλο του «Iron Man». Σήμερα ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ είναι ένας από τους πιο καλοπληρωμένους ηθοποιούς του κόσμου, κουβαλώντας στην πλάτη του μεγάλο ποσοστό από την επιτυχία του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel (υπάρχει και ο θεός Τζος Γουίντον από την άλλη). Και ενώ πολλοί πιστεύουν πως αυτή είναι η τελευταία του εμφάνιση στο ρόλο του εκδικητή με την σιδερένια πανοπλία, ο Ντάουνι δίνει τον καλύτερό του εαυτό στο ρόλο, κάνοντας κάθε στιγμή να μετράει. Το πορτρέτο του συνεχίζει να μας κάνει να γελάμε, αλλά για πρώτη φορά είναι τόσο κοντά στον Σταρκ που αγαπήσαμε από τα σπουδαιότερα τεύχη των περιπετειών του: ανθρώπινος. Ίσως φταίει ο φόβος του θανάτου, ίσως ο πραγματικός έρωτας. Ίσως η σχέση μ’ ένα μικρό παιδί, το οποίο θα τον δει σαν πρότυπο και θα πιστέψει σ’ αυτόν. Ό,τι και να ισχύει εκ των παραπάνω, για ένα είμαστε σίγουροι: εδώ έχουμε να κάνουμε με τον καλύτερο ρόλο του Ντάουνι, αλλά και την πραγματική αποτύπωση του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα, χωρίς να προβεί σε θεατρινισμούς και τραγικότητα, αλλά δείχνοντας έναν ανασφαλή, αποφασισμένο, ανθρώπινο, χιουμορίστα, ιδιοφυή, δισεκατομμυριούχο, πλεϊμπόι, φιλάνθρωπο, τον Τόνι Σταρκ.

Αλλά αυτός που κουβαλάει –ερμηνευτικά– την ταινία στις πλάτες του είναι ο Μπεν Κίνγκσλεϊ. Ο οσκαρικός ηθοποιός μας έχει συνηθίσει σε πιο ήπιους ρόλους, όπως του Γκάντι στην ομώνυμη ταινία ή του Ισαάκ Στερν στην «Λίστα του Σίντλερ», αλλά έχει κάνει και τον ψυχοπαθή γκάνγκστερ Ντον στο «Sexy Beast», όπου πραγματικά μας τρόμαξε. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο Μάνταριν είναι ένας από τους σημαντικότερους κακούς στην ιστορία των κόμιξ, με αποτέλεσμα η μεταφορά του στην οθόνη να είναι ένα τεράστιο στοίχημα. Ο Μάνταριν που θα δούμε στην ταινία είναι διαφορετικός από τον Μάνταριν των κόμιξ, ίσως πιο ταιριαστός σ’ ένα Νόλαν σύμπαν. Κάποιοι θα δυσαρεστηθούν μ’ αυτό, αλλά σκεφτείτε πως πιο λογικός φαίνεται ένας παντοδύναμος τρομοκράτης της Μέσης Ανατολής παρά ένας μοχθηρός Κινέζος με μαγικά δαχτυλίδια. Πέρα, όμως, από αυτό, ο ρόλος και οι εκπλήξεις που κρύβει καταφέρνουν να κερδίσουν το στοίχημα, δίνοντας έναν από τους καλύτερους κινηματογραφικούς-κόμικ κακούς. Ο Κίνγκσλεϊ παίζει άξια τον ρόλο του, δίνοντας την καλύτερή ερμηνεία που έχει δώσει εδώ και χρόνια. Χωρίς αυτόν, σίγουρα θα είχαμε κάτι πολύ διαφορετικό απ’ αυτό που έχουμε στην τελική ταινία. Και, πραγματικά, δεν είμαστε καθόλου απογοητευμένοι.

Ο τεχνικός τομέας του έργου είναι όπως του αξίζει. Τα εφέ είναι υπέροχα, είτε μιλάμε για οπτικά είτε για ηχητικά. Το μοντάζ δεν έχει κάποια καινοτομία, αλλά και πάλι είναι αξιέπαινο. Ο φωτισμός και η τοποθέτηση της κάμερας είναι ακριβής, καθώς πίσω απ’ την κάμερα κρύβεται ο Τζον Τολ, νικητής Όσκαρ για το «Braveheart». Η μουσική του Μπράιαν Τάιλερ είναι πολύ επική, θυμίζοντας πολύ σε τόνους την μουσική του Σιλβέστρι για τους «Εκδικητών», ενώ το ροκ στοιχείο που υπήρχε έντονα στις προηγούμενες ταινίες με την απουσία του βοηθάει την μουσική να φανεί περισσότερο.

Ανακεφαλαιώνοντας, το «Iron Man 3» είναι ένα έργο που αξίζει να το δείτε όσο λίγα αυτή την περίοδο. Έχει τα καλύτερα πράγματα που μπορείς να βρεις σε μια εμπορική ταινία: δράση, χιούμορ, ανατροπές, ανθρώπινους χαρακτήρες, εξαιρετικό τεχνικό τομέα, μελετημένη σκηνοθεσία και αξιομνημόνευτη μουσική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν ατέλειες. Όμως δεν παύει να είναι ένα έργο άξιο να το παρακολουθήσουμε στο σινεμά της γειτονιάς μας. Και, πάνω απ’ όλα, μια ταινία δράσης που αξίζει. Μπράβο στον Σέιν Μπλακ που έφερε εις πέρας μια δύσκολη ταινία, μπράβο στον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ που ΕΙΝΑΙ ο Iron Man, μπράβο στον Τζον Φάβρο που του το αναγνώρισε και τον εμπιστεύτηκε. Και, όπως έλεγε ο μέγας κριτικός κινηματογράφου Ρότζερ Έμπερτ, που μας άφησε πρόσφατα, see you at the movies…

Χρήστος Γιαννάκενας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *