“Καζαντζάκης” – Κριτική

«Καβάφης», «Ελ Γκρέκο», «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», και τώρα «Καζαντζάκης». Ένα ακόμη αγιογράφημα για έναν μεγάλο Έλληνα από τον Γιάννη Σμαραγδή, που φέρεται λες και προσπαθεί να μας αποδείξει ότι το δεύτερο χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν Έλληνα με μεράκι και όνειρα είναι να γεννηθεί στην Ελλάδα. Γιατί το χειρότερο είναι να μην την έχει καλά φυλαγμένη στην ψυχή του. Οι Έλληνες χρωστούσαν κάτι στον μεγαλύτερο ίσως σύγχρονο λογοτέχνη τους, και μια μεγάλου μήκους αναφορά στην ζωή και την τέχνη του θα ήταν ένας ελάχιστος φόρος τιμής, μία «συγγνώμη» σε έναν καλλιτέχνη που για χάρη της δικής του φωτεινής αλήθειας λοιδορήθηκε όσο λίγοι.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη το 1883. Ακολουθώντας τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής θα περιηγηθεί σε πολλούς τόπους και σε ποικίλες ιδεολογίες. Θα διδαχτεί από αμέτρητους ανθρώπους, από την ίδια την ζωή, απ’ τις κακουχίες, απ’ τον Θεό που κρύβει μέσα του, που τον λένε άλλοτε Βούδα κι άλλοτε Χριστό, και σκαρφαλώνοντας τον δρόμο προς το θείο θα διδάξει αμέτρητους άλλους. Όσοι δεν τον καταλάβουν θα τον πολεμήσουν με λύσσα, θα τον συκοφαντήσουν και θα τον λογοκρίνουν. Εκείνος όμως, με απόλυτη συναίσθηση της δικαιοσύνης που αντιπροσωπεύει, πάντα τους συγχωρεί. «Στο σκοτάδι» όπως έγραψε και ο ίδιος «απαντάς με φως».

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος ως Νέος Καζαντζάκης και η Μαρίνα Καλογήρου ως Ελένη Καζαντζάκη.

Εκ πρώτης όψεως, ο «Καζαντζάκης» δεν έχει κάποια ιδιαίτερα περίπλοκη δομή. Είναι ένα σχεδόν γραμμικό σπονδυλωτό αφήγημα, βασισμένο σε διαφορετικά περιστατικά από την ζωή του λογοτέχνη. Ωστόσο, ο θεατής που θα επιτρέψει στον εαυτό του να μην ξεγελαστεί από την φαινομενική απλοϊκότητα θα ανακαλύψει ότι ούτε ο ίδιος ο Καζαντζάκης δεν θα επιθυμούσε κάτι «εμπορικότερο». Η επίδραση κάθε καταλυτικής εμπειρίας στην ζωή του παρουσιάζεται συνοπτικά και με γνώμονα την βαρύτητά της. Ο αυστηρός πατέρας του, οι πρώτες άγουρες αναζητήσεις του, η αδελφική φιλία του με τον Άγγελο Σικελιανό, τα πνευματικά ταξίδια του, η σχέση του με τις γυναίκες, η γνωριμία του με τον Γιώργη Ζορμπά, η θετική και η αρνητική αναγνώριση. Απλές, κατανοητές, ανθρώπινες.

Ο Θοδωρής Αθερίδης είναι ο Γιώργης Ζορμπάς.

Οι ερμηνείες και οι διάλογοι δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ίχνος επιτήδευσης. Απροσδόκητα προσγειωμένοι, κάνουν τον θεατή να νιώθει ότι θα μπορούσε και ο ίδιος να συμμετάσχει, αν μιλούσε την σωστή γλώσσα. Όχι φυσικά την γλώσσα των διανοούμενων, αλλά την γλώσσα της αλήθειας. Πολλά περιστατικά της ζωής του έχουν -προφανώς- μείνει εκτός, και ο Γιάννης Σμαραγδής επέλεξε εκείνα που θα του επέτρεπαν να δώσει μια σχεδόν αγιογραφική χροιά στο έργο του, αγνοώντας ίσως κάποιες περισσότερο «πεζές» πτυχές της ζωής του συγγραφέα.

Μετά το 2003 και την «Πολίτικη Κουζίνα» ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος παίζει επιτέλους σε μία -ελληνόφωνη- ταινία της προκοπής. Η ερμηνεία του ήταν αξιομνημόνευτη, αλλά η επιλογή να εμφανίζεται σχεδόν απαράλλαχτος καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας ήταν μεγάλο «φάουλ». Καμιά ρυτίδα και καμιά άσπρη τρίχα δεν προστέθηκε σε έναν ρόλο που καλύπτει ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πενήντα χρόνια. Δεν αποκλείεται να συμβολίζει κάτι, αλλά στην πραγματικότητα προκαλεί απλά σύγχυση.

Η τελευταία δουλειά του Στάθη Ψάλτη στην οποία υποδύεται έναν ηγούμενο της Μονής Σινά.

Οι ηθοποιοί που τον περιβάλλουν είναι εξίσου γνωστοί και καταξιωμένοι. Η Μαρίνα Καλογήρου (σύζυγος), ο Θοδωρής Αθερίδης (Γιώργης Ζορμπάς),η Γιούλικα Σκαφιδά (Ίτκα), η Ζέτα Δούκα (Μελίνα Μερκούρη), αλλά και η ελληνοαμερικανίδα Ανθούλα Κατσιματίδη (Γαλλίδα γειτόνισσα) είναι κάποια μόνο από τα πολύ γνωστά πρόσωπα που στελέχωσαν το καστ. Ο «Καζαντζάκης» έμελε να αποτελέσει τον τελευταίο σταθμό της καριέρας του εκλιπόντος Στάθη Ψάλτη. Ο συμπαθέστατος… ματάκιας «εξιλεώνεται» δίνοντας μια πολύ σύντομη αλλά καθηλωτική ερμηνεία στον ρόλο ενός μοναχού.

«Αναφορά στον Καζαντζάκη» θα μπορούσε να είναι ένας εναλλακτικός τίτλος της ταινίας. Μια απλή, λιτή, καλά τοποθετημένη οδύσσεια μιας περιπλανώμενης ψυχής. Μιας πένας που προτάθηκε εννιά (!) φορές για το νόμπελ λογοτεχνίας, αλλά που χάρη στην ελληνική λατρεία του αλληλοσκοτωμού δεν το πήρε ποτέ. Το 1957 το έχασε για μία ψήφο από τον Αλμπέρ Καμύ, για τον οποίο ο Έλληνας λογοτέχνης «το άξιζε εκατό φορές περισσότερο». Παρά τα διάσπαρτα σκηνοθετικά σφάλματα και την υπερβολική συχνά εξιδανίκευση, μοναδική επιθυμία του θεατή βγαίνοντας από την αίθουσα είναι να διαβάσει (ή να ξαναδιαβάσει, με νέα ματιά) όσα από τα έργα που ακούστηκαν του έχουν «ξεφύγει». Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί καλύτερο αυτοσκοπό;

8.4
Βαθμολογία
Καζαντζάκης (2017)
Με λίγα λόγια
Στον «Καζαντζάκη» ο Γιάννης Σμαραγδής «ξεπληρώνει» το χρέος της δικαίωσης απέναντι στον ομώνυμο συγγραφέα. Δεν λείπουν, ωστόσο, κάποιες ελλείψεις στον τομέα της σκηνοθεσίας.
Θετικά
Απλή αλλά όχι συνολικά απλοϊκή πλοκή.
Πολύ σωστή παρουσίαση της ζωής και του έργου του, με έξυπνη σύνδεση ανάμεσα στα δύο.
Εξαιρετικές και ανθρώπινες ερμηνείες.
Αρνητικά
Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν απλοϊκή την δομή της αφήγησης.
Οι ηθοποιοί δεν αλλάζουν σχεδόν καθόλου εμφανισιακά, ακόμα και μετά το πέρασμα πολλών χρόνων.