«Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» – Κριτική

Αρκούν δέκα λεπτά από την νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού», για να διαπιστώσει κανείς και αυτήν την φορά ότι η δημιουργικότητα του Έλληνα σκηνοθέτη δεν μπορεί να καταταχθεί πουθενά. Είναι πλήρως ασυμβίβαστη. Μάταια κάποιοι επιχειρούν να σχηματίσουν συνδυασμούς ταινιών που ενδεχομένως τον ενέπνευσαν. Ο “Yorgos” τους ξεγελά όλους. Μέσα από έναν εκπληκτικό συνδυασμό σκηνοθετικής και σεναριακής αρτιότητας, ψυχογραφικής ανάλυσης και στοιχείων μαύρης κωμωδίας κατορθώνει κάτι μοναδικό. Εξακολουθεί να πρωτοπορεί. Και με μια ιστορία που μπορεί να θεωρηθεί έως και βαρετή αν απογυμνωθεί από την τροφή για σκέψη που εγκυμονεί, ο συμπατριώτης μας στάθηκε για ακόμη μία φορά ικανός να μας σύρει πίσω στον σινεφίλ κινηματογράφο.

Το (βραβευμένο στο φεστιβάλ των Καννών) σενάριό του δεν έχει τίποτα το αξιοπερίεργο, τουλάχιστον στο ξεκίνημά του. Σε ένα όμορφο σπίτι, σε ένα όμορφο προάστιο, η οικογένεια του καρδιολόγου Στήβεν ζει έναν μικρό επίγειο παράδεισο. Τα πάντα γύρω τους αποτελούν αρχέτυπο εύπορης αστικής οικογένειας. Η νωχελική ηρεμία τους όμως θα διαταραχθεί, όταν ο 16χρονος Μάρτιν, για τον οποίο ο Στήβεν εκτελεί χρέη μέντορα, θα εισβάλει στην καθημερινότητά τους και θα την ταρακουνήσει συθέμελα. Ο μικρός τους παράδεισος θα απειληθεί με διάλυση, και το μόνο που θα μπορούσε να τον σώσει είναι μία τραγική, αλλά αναγκαία θυσία. Ποιος όμως θα μπορούσε τόσο εύκολα να αποδεχτεί την καταδικαστική του μοίρα για χάρη ενός «κοινού» καλού;

Μέσα από τους παραλληλισμούς και τις αλληγορίες στον «Θάνατο του Iερού Ελαφιού», ο Λάνθιμος αναδεικνύεται σε μέγα κριτή του μικροαστισμού. Ήδη από την πρώτη σκηνή οι στεγνοί, αδιάφοροι και ανιαροί διάλογοί του μπορεί να προκαλέσουν γέλιο, αλλά και δυσφορία. Η κενή και μηχανιστική ευημερία της οικογένειας έρχεται στο προσκήνιο σε κάθε ευκαιρία, κάνοντας τους θεατές να νιώσουν άβολα ήδη πριν την παρακμή και την κατρακύλα. Τα πάντα είναι τέλεια, γιατί ωστόσο νιώθουμε τόσο παράξενα; Ίσως γιατί έχουμε ήδη διαισθανθεί το πόσο εύκολα θα καταρρεύσουν τα πάντα υπό το βάρος μιας δυσεπίλυτης κατάστασης;

Αυτή θα έρθει πολύ γρήγορα, και με τρόπο απροσδόκητο. Ο παραμυθένιος τρόπος ζωής απειλείται από μια ανεξήγητη δύναμη, που δεν τρομοκρατείται και δεν εξαγοράζεται. Όλα όσα μέχρι τώρα υπονοούνταν, η υποκρισία και η σαπίλα, αναδύονται σταδιακά. Η ψευδαίσθηση της ευημερίας παύει να τις καλύπτει, και η ανθρωποφαγία αρχίζει σιγά σιγά να επικρατεί.

Ο Λάνθιμος δεν βιάζεται καθόλου, αφήνοντάς μας να βυθιστούμε στην ιστορία του και να αναγνωρίσουμε σε αυτήν μια αλληγορία για τους δικούς μας μικροαστικούς φόβους. Δημιουργεί έτσι μια ατμόσφαιρα συνεχούς ψυχολογικού τρόμου, χωρίς jump scares, χωρίς πολλές υπερβολές, χωρίς καν κάποια απροσδόκητη ανατροπή, παρά μόνο με κάποια καλά τοποθετημένα σημεία καμπής. Μας παρασέρνει όλους στην ξέφρενη δίνη που έχει κατασκευάσει για τους πρωταγωνιστές του, τραβώντας διαρκώς την προσοχή μας στην μαύρη τρύπα στην βάση της.

Δεν υπάρχει, ίσως, άλλος ενεργός Έλληνας δημιουργός με τέτοια αναγνωρισιμότητα, και αυτό αντικατοπτρίζεται και από το καστ των ταινιών του. Συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον Colin Farrell, και για χάρη του η Nicole Kidman πρωταγωνιστεί σε μια ακόμη ανεξάρτητη ταινία. Ο Barry Keoghan («Δουνκέρκη») δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο ενός χαρακτήρα που συμπυκνώνει όλα εκείνα τα μικρά «αγκαθάκια» που απειλούν μία προσεκτικά τακτοποιημένη ζωή. Μια ανεξέλεγκτη κόρη, μια καταστροφική απιστία, την ήττα της εξουσίας και της λογικής.

Οι βασικοί συντελεστές της ταινίας είναι όλοι τους Έλληνες. Γιώργος Λάνθιμος, Ευθύμης Φιλίππου (συνσεναριογράφος), Θύμιος Μπακατάκης (διευθυντής φωτογραφίας), Γιώργος Μαυροψαρίδης (μοντέρ). Η μουσική επένδυση στέκεται εξαιρετικά καλά, θέτοντας συχνά η ίδια τον τόνο για την συναισθηματική χροιά κάθε σκηνής. Δεν κρύβεται στο παρασκήνιο, αλλά αναλαμβάνει δικό της ενεργό ρόλο, ακόμη και μέσα από την απουσία της. Οι απότομες δοξαριές και τα τύμπανα συνθέτουν ένα εφιαλτικό περιβάλλον, ιδανικό θεμέλιο για την ιστορία. Το χορωδιακό του Σούμπερτ στην αρχή, και η εισαγωγή από τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» του Μπαχ (προσωπικό αγαπημένο) στο φινάλε ήταν δύο πολύ ευχάριστες προσθήκες.

«Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» είναι ένα αριστούργημα, από έναν Έλληνα που μεγάλωσε στο Παγκράτι, και προσωπικά θεωρώ μια επίσκεψη σχεδόν επιτακτική. Μια βαθύτερη ερμηνεία είναι εξίσου απαραίτητη, γιατί σε αντίθετη περίπτωση πρόκειται απλά για μια βαρετή και πομπώδη ταινία. Το 95% των ανθρώπων που έχω δει να την βαθμολογούν με κάτω από επτά έχουν υιοθετήσει μια τέτοια οπτική γωνία. Δεν τους κατηγορώ. Ίσως δεν πρόσεξαν καν τις αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία, και δη στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Εξού και ο τίτλος, παρμένος από το ιερό ελάφι της Αρτέμιδος. Έστω και μέσα από ένα εμπορικό μέσο, μια πολιτιστική κληρονομιά που βαριανασαίνει βρίσκει την δύναμη να παραμένει ζωντανή.

9
Βαθμολογία
Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού (2017)
Με λίγα λόγια
Ο Γιώργος Λάνθιμος αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά μοναδικός στο είδος του. Το νέο του αριστούργημα, το καθαρόαιμο ψυχολογικό θρίλερ "Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού", αξίζει σίγουρα μία επίσκεψη.
Θετικά
Βαθιά ατμοσφαιρικό σενάριο και εκπληκτική σκηνοθεσία.
Εξαιρετική μουσική επένδυση.
Ελλαδάρα ομαδάρα.
Αρνητικά
Έλλειπαν ίσως κάποια στοιχεία που θα καθιστούσαν ευκολότερη την νοηματική κατανόηση του σεναρίου.