«King Arthur: Legend of the Sword» – Κριτική

Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η νέα ταινία του Guy Ritchie, «King Arthur: Legend of the Sword», είναι αμυδρά μόνο βασισμένη στον ομώνυμο θρύλο. Ο βασιλιάς Αρθούρος, όπως και τα διάφορα άλλα στοιχεία που συντελούν τον μύθο του, είναι βέβαια παρών. Απόντα όμως είναι τα στοιχεία που εξασφάλισαν την επιβίωσή του μέσα στους αιώνες, ως την εποχή του CGI. Η χρήση του τελευταίου μπορεί να αποδειχτεί αδιαμφησβήτητα ψυχαγωγική, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την επιτυχία μιας ταινίας που επιχειρεί να «ξανασυστήσει» υπό άλλους όρους μια παλιά ιστορία σε ένα νεανικό κοινό. Αν αυτός ήταν ο βασικός στόχος των συντελεστών της, η απόπειρα ήταν ανεπιτυχής. Το στοιχείο της ψυχαγωγίας, ωστόσο, μπορεί πολύ συχνά να αποδειχτεί ανεξάρτητο οποιασδήποτε πολιτιστικής κληρονομιάς, και να δράσει αυτόνομα.

Κεντρικό θέμα της πλοκής είναι η προσπάθεια του νεαρού Αρθούρου (Charlie Hunnam) να εκδικηθεί τον θείο του Βόρτιγκερν (Jude Law), σφετεριστή και δολοφόνο του πατέρα του, Ούθερ (Eric Bana). Η ταυτότητά του παραμένει αρχικά άγνωστη, καθώς ο ίδιος θα βρεθεί να μεγαλώνει σε μια φτωχική γειτονιά της πόλης Λοντίνιουμ. Όταν όμως θα καταφέρει να τραβήξει το μαγικό ξίφος Εξκάλιμπερ από την πέτρα, το πεπρωμένο του θα εκπληρωθεί. Χάρη στην βοήθεια μιας ομάδας επαναστατών με αρχηγό τον παλιό υπασπιστή του πατέρα του (Djimon Hounsou), αλλά και μιας νεαρής μάγισσας (Àstrid Bergès-Frisbey), ο Αρθούρος θα βρεθεί στον θρόνο του Κάμελοτ ως ο νόμιμος διάδοχος, μέσα από πολλές (;) κακουχίες.

Το πρωτότυπο αυτό σενάριο ακούγεται δελεαστικό, και όχι άδικα. Πολλά νέα στοιχεία έχουν συνδυαστεί και προστεθεί στους χαρακτήρες του βρετανικού μύθου, σε μια προσπάθεια να τον ανανεώσουν. Παρά ταύτα, οι λεπτομέρειες αποπνέουν προχειρότητα. Σε πολλά σημεία του σεναρίου οι σκηνές εναλλάσσονται με φρενήρεις ρυθμούς, λες και πρόκειται για δίωρη σύνοψη μιας ολόκληρης σαιζόν.

Η πλοκή βιάζεται υπερβολικά, και μέχρι οι θεατές να καταφέρουν να απορροφήσουν τις αλλαγές έχουν επέλθει νέες. Η ταινία, στο σύνολό της, δεν δίνει την εντύπωση ολοκληρωμένου θεάματος, αλλά μιας μάλλον παρατεταμένης εισαγωγής για κάτι μεγαλύτερο. Κανείς από τους χαρακτήρες δεν αφήνει πίσω κάτι το προσωπικό, κάτι που θα τον μετατρέψει σε κάποιο είδος ανάμνησης, ίσως απλά επειδή ο ξύλινος και περιορισμένος ρόλος του δεν αφήνει στον θεατή τέτοια περιθώρια.

Πέρα από αυτή την γενική όμως θεώρηση, τα δρώμενα αυτά καθ’ αυτά παρουσιάζονται υπεραπλουστευμένα. Το σενάριο μας υπενθυμίζει συχνά ότι η κατάσταση είναι -φυσικά- τραγική, αλλά οι πρωταγωνιστές δεν δείχνουν να ανησυχούν και πολύ γι’ αυτό. Συγκεκριμένα, μπροστά σε κάθε σχεδόν δυσκολία τα πράγματα σύντομα ξεδιαλύνουν, με τρόπο συχνά θαυματουργικό. Ο Αρθούρος μεταπείστηκε πολύ εύκολα. Το τεράστιο φίδι καθάρισε για όλους πολύ γρήγορα. Οι Βίκινγκς υποτάχθηκαν πολύ ειρηνικά (για Βίκινγκς). Όταν ο διάδοχος κρατούσε το Εξκάλιμπερ, οι εχθροί κατατροπώνονταν πολύ εντυπωσιακά απλά. (Μπορώ να φανταστώ την σκηνή όπου ολόκληρη φάλαγγα διαλύεται να γίνεται meme. Η λεζάντα θα είναι «Εγώ, όταν βρίσκω την απάντηση στο τέταρτο θέμα δέκα λεπτά πριν το τέλος»). Ακόμη και ο θάνατος βασικών προσώπων δείχνει πραγματικά ελάσσονος σημασίας, μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο που αλλάζει «επειδή μπορεί».

Παρά τα αμέτρητα προβλήματα, όπως αναφέρθηκε και στον πρόλογο, η ταινία δεν αποτυγχάνει να παραμείνει αρκετά ψυχαγωγική. Τα εκπληκτικά γραφικά που χρησιμοποιήθηκαν έκαναν τις σκηνές μάχης απλά φαντασμαγορικές. Ακόμη και πλάσματα της φαντασίας ζωντάνεψαν με εκπληκτικό τρόπο, δίνοντας την εντύπωση πραγματικών και επικίνδυνων αντιπάλων. Το σπιρτόζικο χιούμορ των χαρακτήρων άφησε επίσης πολύ θετική εντύπωση, κατορθώνοντας να τους εμφυσήσει ένα επιφανειακό έστω πνευματικό βάθος. Προς τιμήν του, το σενάριο δεν καταφεύγει σε άλλες εύκολες λύσεις (π.χ. γυμνό, αίμα) για να εντυπωσιάσει. Για πολλούς, η υπερβολική εξάρτηση από το CGI και τις έξυπνες ατάκες αποτελεί από μόνη της χαρακτηριστικό δείγμα «αμερικανιάς», πράγμα όμως που δεν εμποδίζει με κανέναν τρόπο τους θεατές να διασκεδάσουν χάρη σ’ αυτό.

Σε μια ακόμα πρόχειρη κίνηση εντυπωσιασμού, το καστ σφύζει από ηθοποιούς επιλεγμένους κυρίως με βάση την δημοφιλία (χωρίς όμως και έλλειψη ταλέντου). Οι Charlie Hunnam και Aidan Gillen προέρχονται απευθείας από δύο δημοφιλέστατες σειρές («Sons of Anarchy» και «Game of Thrones» αντίστοιχα). Σε ρόλο-έκπληξη, ο David Beckham (παλιός φίλος του Ritchie) υποδύεται έναν αξιωματικό. Το μοντέλο Poppy Delevingne, αδελφή της Cara, εμφανίζεται σε έναν σύντομο ρόλο ως η σύζυγος του βασιλιά Ούθερ Πεντράγκον.

Ένα σημαντικό αρνητικό στοιχείο της ταινίας, που είχε πρακτικά εξασφαλίσει την αποτυχία της πολύ πριν την πρεμιέρα, είναι ο αδικαιολόγητα φουσκωμένος προϋπολογισμός της. Για την παραγωγή της ξοδεύτηκαν 175 εκατομμύρια δολάρια, και τουλάχιστον 100 εκατομμύρια επιπλέον για την προώθησή της. Μπροστά σε νούμερα σαν αυτά τα έσοδα 55 εκατομμυρίων ωχριούν. Πρόθεση της Warner Bros είναι να χρηματοδοτήσει πέντε ακόμη ταινίες πάνω σε αυτήν την θεματολογία, πρόθεση που μπορεί να γίνει πράξη (μετά την οικονομική αποτυχία) μόνο μέσα από υπέρμετρη αισιοδοξία και πραγματική εμπιστοσύνη στις ικανότητες του Ritchie.

Συνοπτικά, το «King Arthur» δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Τα σύγχρονα και περίπλοκα γραφικά, αλλά και οι συχνά ευφυείς διάλογοι μπορούν να ψυχαγωγήσουν τον μέσο θεατή κατά την παραμονή του στην κινηματογραφική αίθουσα. Βγαίνοντας όμως, δεν θα έχει μείνει με την εντύπωση ότι παρακολούθησε κάτι το αξιομνημόνευτο. Ο θρύλος της στρογγυλής τραπέζης παραμένει προσωρινά στάσιμος, εν αναμονή κάποιας συνέχειας. Εάν αυτή δεν υπάρξει, ή κινηθεί στα ίδια επίπεδα, ο «θρύλος του σπαθιού» δεν θα αποτελεί παρά μια παρένθεση. Μια ακόμη -ακριβή- απόπειρα εκμετάλλευσης μιας διαχρονικής πολιτιστικής παράδοσης, ανάμεσα στις δεκάδες.

King Arthur: Legend of the Sword (2017)

King Arthur: Legend of the Sword (2017)
6.4

Θετικά

  • Εξαιρετικό CGI.
  • Πολύ ενδιαφέρουσα αίσθηση του χιούμορ.

Αρνητικά

  • Πολύ «βιαστική» πλοκή.
  • Υπεραπλούστευση του σεναρίου.
  • Ρηχοί χαρακτήρες.
Μοιραστείτε το:
Eruditus

Eruditus

Το να βγάζει κανείς βιαστικά συμπεράσματα είναι πάντοτε εύκολο. Διαβάζοντας μια σύντομη περίληψη ενός έργου, δίνοντας λίγα λεπτά σε μία επίσημη κριτική ή ακούγοντας την ακατέργαστη άποψη ενός γνωστού ο θεατής είναι συχνά πληροφορημένος, αλλά σπάνια σωστά κατατοπισμένος ως προς την πρόθεση, την ψυχογραφική χροιά ή τον ακριβή προσανατολισμό όσων θα παρακολουθήσει στην μεγάλη οθόνη. Η συνοπτική και επιφανειακή θεώρηση μίας ταινίας αφήνει συχνά διαφορετικές εντυπώσεις, και μάλλον αντικρουόμενα συμπεράσματα, για να επιτρέψει τελικά στον κάθε άνθρωπο να εξάγει το δικό του· ακόμη κι αν αυτό συνοψίζεται σχεδόν πάντα στο ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση. Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1995, και η εύρεση αυτής της χρυσής τομής, στην τέχνη αλλά και στην ζωή, έγινε πολύ γρήγορα σκοπός της ζωής μου.