«L.A. Confidential» – Η ιστορία πίσω από την ταινία και την επιτυχία της

Από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του, το «L.A. Confidential» τράβηξε πάνω του την προσοχή κοινού και κριτικών. Με πρώτη αναγνώριση την επίσημη συμμετοχή στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, η ταινία έφτασε μέχρι τα Όσκαρ με εννέα υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων και αυτό για την Καλύτερη Ταινία της χρονιάς. Εκείνη η χρονιά, όμως, άνηκε στον «Τιτανικό», ο οποίος κέρδισε έντεκα χρυσά αγαλματίδια. Το «L.A. Confidential» όμως δεν έφυγε αβράβευτο, κερδίζοντας Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου και Β’ Γυναικείου Ρόλου. Και, είκοσι χρόνια μετά, η ταινία μνημονεύεται ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Όμως η ταινία αυτή στην εποχή της αποτέλεσε ένα στοίχημα για να δημιουργηθεί. Επειδή, όμως, η ιστορία ξεκινάει πάντα πολύ πριν από τα στάδια της προ-παραγωγής μιας ταινίας, η ιστορία της ταινίας ξεκινάει από έναν – το λιγότερο – προβοκάτορα συγγραφέα: τον James Ellroy. Ο Ellroy, κάτοικος του Λος Άντζελες, βίωσε αρκετά σύντομα την απώλεια της μητέρας του, όταν εκείνη δολοφονήθηκε από έναν serial killer. Με τον δολοφόνο να μην πιάνεται ποτέ, ο Ellroy έπαθε ψύχωση με πρωτοσέλιδα φόνων και με αστυνομικά μυθιστορήματα. Έζησε μια άστατη ζωή μέχρι να απεξαρτηθεί απ’ το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και να εθιστεί στο γράψιμο.

Τα πρώτα του βιβλία, όλα αστυνομικά, του κέρδισαν μια μικρή μερίδα κοινού, όμως σε καμία περίπτωση δεν του προσέφεραν την αναγνώριση που γνώρισε μετά την «Μαύρη Ντάλια». Βασισμένη σε έναν πραγματικό ανεξιχνίαστο φόνο, αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο της «Τετραλογίας του Λος Άντζελες». Και τα τέσσερα βιβλία καλύπτουν την περίοδο 1946-1959 και οι ιστορίες είναι δομημένες σαν το κλασικό νουάρ. Σκληροτράχηλοι αστυνομικοί, πανούργοι γκάνγκστερ και θανάσιμες γυναίκες ήταν μόνο συστατικά του νεωτεριστικού κοκτέιλ που σέρβιρε ο Ellroy. Δεν είναι λίγο να πούμε πως αυτός ήταν που ανανέωσε το είδος του αστυνομικού μέσα στην δεκαετία του ’80, μιας και η επιρροή του φτάνει μέχρι και τους σημερινούς αστυνομικούς συγγραφείς.

Τρίτο μέρος της «Τετραλογίας του Λος Άντζελες», λοιπόν, δεν ήταν άλλο παρά  το «L.A. Confidential». Με το βιβλίο να γίνεται best seller όταν κυκλοφόρησε, το ενδιαφέρον του Χόλυγουντ για μια κινηματογραφική μεταφορά ήταν αναμενόμενο. Με το πρότζεκτ ενθουσιάστηκαν πολλοί, όμως μόνο ένας κατάφερε να κερδίσει την καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Curtis Hanson. Φρέσκος από το ψυχολογικό θρίλερ «The Hand that Rocks the Cradle», ο Hanson είδε στο βιβλίο του Ellroy κάτι παραπάνω από ένα νουάρ έργο. Ο Hanson είδε τρεις διαφορετικούς μεταξύ τους αστυνομικούς οι οποίοι, ακόμη και αν έχουν χάσει τον δρόμο τους, θέλουν στο τέλος να κάνουν κάτι σωστό για να βρουν την λύτρωση. Γι’ αυτό και, προτού ξεκινήσει να γράφει το σενάριο, υπερασπίστηκε την ιδέα των τριών πρωταγωνιστών και όχι ενός, όπως επέμενε η Warner Bros.

Στα πρώιμα στάδια της παραγωγής, όμως, ένας νεαρός σεναριογράφος ζήτησε να τον συναντήσει. Ήταν ο Brian Helgeland, ο οποίος προσπαθούσε για χρόνια να πλασάρει στην Warner Bros. σχέδιο μεταφοράς του «L.A. Confidential», όμως η πρόσληψη του Hanson κατέστησε το σχέδιο του αδύνατο. Όμως ο Hanson συνειδητοποίησε πως μοιραζόταν το ίδιο όραμα με τον Helgeland, με αποτέλεσμα να του ζητήσει να γράψουν από κοινού το σενάριο της ταινίας.

Το όραμα και των δύο, ασφαλώς, δεν είχε να κάνει με το να μεταφέρουν αυτούσια την πλοκή του βιβλίου. Μιλάμε για ένα βιβλίο 600 σελίδων, με πολλούς δευτερεύοντες χαρακτήρες και διάφορες υπό-ιστορίες. Ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα μπορούσε ποτέ να γυριστεί σε μια δίωρη ταινία, όχι τουλάχιστον χωρίς κάποιες θυσίες. Οι σεναριογράφοι, λοιπόν, σύντομα κατάλαβαν πως μπορούσαν να ξεφύγουν από την πλοκή, όχι όμως από τους χαρακτήρες του Ellroy. Αυτοί οι ολοκληρωμένοι ήρωες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφετηρία μιας ιστορίας που θα ήταν αυτόνομη του βιβλίου. Διατηρώντας βασικά στοιχεία της πλοκής, μετά από επτά χειρόγραφα κατέληξαν πως μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τον Ellroy και να ρωτήσουν τη γνώμη του. Ο Ellroy έδειξε ενθουσιώδης με την μεταφορά τους δίνοντας τους την ευλογία του να προχωρήσουν.

Ο Hanson όμως δεν ήθελε να φτιάξει ένα φιλμ νουάρ, όπως θα καταλάβαινε κανείς από το σενάριο. Ήθελε να κάνει μια ταινία μοντέρνα, που όμως θα αντιπροσώπευε οπτικά το Λος Άντζελες μιας άλλης εποχής. Έτσι μάζεψε ένα αρχείο φωτογραφιών του Λος Άντζελες το ’50 που θα αντιπροσώπευε την ταινία που ήθελε να φτιάξει. Και αυτό το άλμπουμ κατάφερε να πείσει τον Arnon Milchan και την εταιρία του Regency να χρηματοδοτήσουν το έργο. Και, έχοντας μαζέψει πλέον τους παραγωγούς της, η ταινία ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά.

Το επόμενο βήμα, ασφαλώς, ήταν το κάστινγκ για τους κεντρικούς ρόλους. Το όραμα του Hanson ήταν να προσλάβει πιο άσημους ηθοποιούς, οι οποίοι να μην είναι τυποποιημένοι και, έτσι, το κοινό να μην ξέρει τι να περιμένει από αυτούς, μιας και δεν έχει να τους ταυτίσει με κάποια άλλη ταινία. Το παράδοξο της απόφασης του ήταν πως για τους δύο κεντρικούς ρόλους δεν επέλεξε κάποιους ντόπιους του L. A., αλλά δύο σχετικά άγνωστους Αυστραλούς ηθοποιούς: τον Guy Pierce στο ρόλο του Έντμουντ Έξλεϋ και τον Russell Crowe στο ρόλο του Μπαντ Γουάιτ.

Για τους υπόλοιπους ρόλους όμως προτίμησε να κάνει χρήση γνωστότερων ηθοποιών. Ο Kevin Spacey (φρέσκος από το Όσκαρ για τους «Συνήθεις Υπόπτους»), ανέλαβε το ρόλο του δημοφιλή αστυνομικού Τζακ Βινσένς, μια περσόνα που θύμιζε στον Hanson μια σκοτεινή εκδοχή του Dean Martin, ενώ ο James Cromwell ανέλαβε το ρόλο του ανώτερου αστυνομικού Ντάντλυ Σμιθ, χαρίζοντας αρκετές εκπλήξεις σε σχέση με τις προσδοκίες του κοινού. Αν υπήρχε όμως μια ηθοποιός που ο Hanson ήθελε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, αυτή ήταν η Kim Basinger. Έχοντας το ρόλο μιας πόρνης-σωσία γνωστής ηθοποιού της εποχής, η Λυν Μπράκεν ήταν ένας ρόλος που θα ταίριαζε γάντι στην Basinger. Και, παρά τις αρχικές ενστάσεις της, τελικά δέχθηκε λόγω της πίστης του Hanson τόσο στην ίδια, όσο και στην ταινία.

Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν σε πολύ καλό κλίμα, με όλους να μοιράζονται τον ίδιο ενθουσιασμό και την πεποίθηση πως κάνουν κάτι ξεχωριστό. Ο Hanson με τον διευθυντή φωτογραφίας Dante Spinotti χρησιμοποίησαν νατουραλιστικούς φωτισμούς, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο ρεαλισμό παρά το στυλ. Όμως και η γκαρταρόμπα, τα σκηνικά ή το μακιγιάζ, όλα απέφευγαν να είναι φανταχτερά και να κλέβουν την προσοχή. Όλα απλά αποτελούσαν φόντο για τους χαρακτήρες και την ιστορία τους και ποτέ δεν βρίσκονταν τα ίδια στο προσκήνιο. Η μουσική, από την άλλη, απαρτιζόταν από γνωστά κομμάτια της εποχής, με τα οποία έδεσαν οι συνθέσεις του βετεράνου Jerry Goldsmith, βραβευμένου με Όσκαρ για το «Omen» και υποψηφίου για την παρόμοια «Chinatown».

Μετά το τέλος των γυρισμάτων ο Hanson μόνταρε την ταινία παρέα με τον Peter Honess. Όταν παρέδωσαν το πρώτο, πρόχειρο cut, ο Arnon Milchan ήταν αυτός που είπε όχι σε κάθε ένσταση δηλώνοντας πως έφτιαξαν ένα αριστούργημα.

Όπως αναφέραμε νωρίτερα, η ταινία έφτασε για αρχή στο Φεστιβάλ Καννών και μετά την κυκλοφορία της στα Όσκαρ. Κατά παράδοξο τρόπο, όσα βραβεία έχασε ήταν εξαιτίας του «Τιτανικού». Όμως τα βραβεία απέδωσαν δικαιοσύνη τόσο στο σενάριο των Hanson και Helgeland, όσο και στην ερμηνεία της Kim Basinger. Ακόμη μεγαλύτερο όμως ήταν το αντίκτυπο της ταινίας ήταν η ανάδειξη των δύο πρωταγωνιστών της, του Pierce και του Crowe. Ο πρώτος πρώτα κέρδισε την συμμετοχή του στο αριστουργηματικό «Memento» του Christopher Nolan, καταφέρνοντας έπειτα να κερδίσει και μερικούς ακόμη ρόλους σε αξιοσημείωτες ταινίες. Μεγαλύτερη ήταν η επιτυχία του Crowe όμως, ο οποίος πήρε ρόλους στις ταινίες «Insider», «Gladiator» και «Beautiful Mind», με αποτέλεσμα να βρεθεί για όλες υποψήφιος για Όσκαρ (και να το κερδίσει για το «Gladiator»).

Οι συγγραφείς του έργου είχαν και αυτοί τύχη. Ο Ellroy με την κυκλοφορία της ταινίας κέρδισε εκ νέου αναγνώριση, μιας και χάρη σε αυτό αναδείχθηκε τόσο η παλαιότερη δουλειά του, όσο και το κοινό απέκτησε την ευκαιρία να το παρακολουθήσει και στα επόμενα βιβλία του (και ναι, σε αυτή την περίπτωση ανήκω κι ο ίσιος). Ο Brian Helgeland κατάφερε μετά την ταινία να μεταπηδήσει σε διάφορα ακόμη πρότζεκτ, σκηνοθετώντας στην πορεία μερικές μη αξιοσημείωτες ταινίες και φτάνοντας στα Όσκαρ ξανά ως συν-σεναριογράφος του «Σκοτεινού Ποταμιού».

Όμως ο Curtis Hanson ήταν ο μόνος που δεν έκανε κάτι που να μοιάζει πραγματικά αξιοσημείωτο μετά την ταινία. Οι δύο επόμενες ταινίες του είχαν μια μικρή απήχηση: το «Wonder Boys» βρέθηκε υποψήφιο για Όσκαρ Σεναρίου, ενώ το «8 Mile» ήταν η ταινία που έδειξε πως ο Eminem μπορούσε να βγάλει καλή ερμηνεία. Μετά από αυτό, όμως, οι υπόλοιπες ταινίες του ήταν άσημες και δεν κουβαλούσαν πουθενά την στάμπα του «L. A. Confidential», που θα μπορούσε να τις προωθήσει περισσότερο ή, τουλάχιστον, να δώσει στον Hanson ταινίες που θα έκαναν την καριέρα του λαμπρότερη.

Όμως κάπου εδώ χάνεται η ουσία της ιστορίας πίσω από την επιτυχία της ταινίας: η αγάπη του ίδιου της του σκηνοθέτη για εκείνη. Γιατί ο Hanson ήταν πάντα παθιασμένος με τις ταινίες που έκανε, όσο σημαντικές και να μη φαίνονταν στο κοινό. Πάντα είχε προσεγμένο κάστινγκ και αξιόλογους συνεργάτες, ποτέ δεν έκανε κάποια μεγάλη αποτυχία. Πάνω απ’ όλα όμως δεν προσπάθησε ποτέ να επαναλάβει την επιτυχία του «L.A. Confidential», ούτε να κάνει μεγάλη ταινία για τα στούντιο. Και αυτή του η αγάπη για την δουλειά του ήταν που κατέστησε το «L.A. Confidential» επιτυχία, μιας και κατάφερε να πείσει τόσους αξιόλογους συνεργάτες να τον ακολουθήσουν, και στην πορεία να χτίσουν καριέρες. Και θα το έκανε ακόμη αν δεν έχανε την ζωή του από καρκίνο τον περασμένο Σεπτέμβριο σε ηλικία 71 ετών.

Εν τέλει, το «L.A. Confidential» στέφθηκε με επιτυχία χάρη στην αγάπη αυτών που το έπλασαν, ασχέτως πόστου. Όμως περισσότερο απ’ όλα ήταν η αγάπη ενός σκηνοθέτη στο υλικό του, αλλά και την πίστη στους συνεργάτες του. Και, χάρη στην φροντίδα όλων, η ταινία παραμένει ανεξίτηλη στο νου μας και πολλοί την αποκαλούν αριστούργημα. Ακόμη κι αν δεν είναι, πάντως, σίγουρα είναι μοναδική.

Το βιβλίο «Λος Άντζελες Εμπιστευτικό» μπορείτε να το βρείτε από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος, σε μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη.
Μοιραστείτε το: