«La La Land» – Κριτική

Το «La La Land» είναι μια από τις ταινίες που κέρδισαν τα βλέμματα όσο λίγες την φετινή χρονιά. Κερδίζοντας βραβεία σε πολλά διαφορετικά φεστιβάλ και επτά υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, η νέα ταινία του Damien Chazelle («Whiplash») έχει ήδη κατονομαστεί σαν μια από τις επικρατέστερες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Όμως υπάρχει κάτι που συμβαίνει με το έργο και ο κόσμος δύσκολα μπορεί να εμπιστευτεί: είναι μιούζικαλ. Μήπως, όμως, ο σκεπτικός θεατής πρέπει να δει πέρα από αυτό και, εν τέλει, να απολαύσει ένα πραγματικά αξιέπαινο έργο που αξίζει τα καλά λόγια που εισπράττει;

Στο σενάριο του, το «La La Land» ακολουθεί μια νεαρή επίδοξη ηθοποιό (Emma Stone) και έναν τζαζ πιανίστα (Ryan Gosling). Και οι δύο έχουν βιώσει την απογοήτευση, κοπιάζοντας για να λάμψουν αλλά χωρίς να το κατορθώνουν. Και κάπου εκεί γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Είναι όμως η αγάπη τους αρκετή για να αντέξουν τις δυσκολίες και να μπορέσουν και οι δύο να είναι ευτυχισμένοι;

Η μουσική του πεπρωμένου

Το σενάριο εκ πρώτης όψης ακούγεται πολύ τετριμμένο, όμως ο Chazelle δείχνει να έχει κάνει μια πολύ σφιχτοδεμένη δουλειά. Οι διάλογοι του είναι άψογοι, οι χαρακτήρες ξεχωριστοί και η πλοκή ποτέ δεν τρέχει, ούτε κάνει κοιλιά. Η ταινία στηρίζεται στους δύο πρωταγωνιστές της, οι οποίοι συνεχώς δίνουν νέο υλικό στον θεατή για να τους κατανοήσει καλύτερα και να τους συμπαθήσει. Και σε αυτό δεν μπορούν παρά να βοηθήσουν τα εξαιρετικά τραγούδια που ερμηνεύουν, που είναι γεμάτα τόσο με χαρά και αισιοδοξία για το μέλλον, όσο και με λύπη και στεναχώρια για τις χαμένες ελπίδες τους. Και αυτά είναι που βάζουν το λιθαράκι τους στην συναισθηματική φόρτιση του έργου και του ίδιου του θεατή, που δεν μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος. Ίσως μοναδικό αρνητικό του είναι το απότομο και κάπως βιαστικό τέλος, το οποίο και πάλι δεν στερείται ομορφιάς.

Ο Chazelle τα καταφέρνει εξίσου καλά και πίσω από την κάμερα. Διατηρώντας κατά κύριο λόγο τις αποστάσεις του από τους ηθοποιούς, με μακρινά πλάνα δίνει περισσότερο βάρος στην γλώσσα του σώματος για να απεικονίσει τα συναισθήματα των ηρώων του. Συνήθως κρατά την κίνηση της κάμερας σταθερή, ενώ τα πλάνα του παίρνουν τον χρόνο τους και μπορεί να διαρκέσουν για ολόκληρα λεπτά. Και αυτό όμως λειτουργεί υπέρ του, μιας και δημιουργεί ολόκληρα χορευτικά νούμερα, τα οποία είναι φαντασμαγορικά και μπορούν να φτάσουν το επίπεδο των παλιών μιούζικαλ. Η μαεστρία τους βέβαια οφείλεται και στην άριστη καθοδήγηση της χορογράφου Mandy Moore, όμως ο Chazelle είναι που κρατάει τα ηνία του εγχειρήματος και που κατορθώνει να κρατήσει τους πάντες σε ορθή γραμμή και να κερδίσει το στοίχημα ενός μοντέρνου μιούζικαλ.

Θέμα τεχνικής

Αλλά δεν είναι μόνος του σε αυτό υπέροχο εγχείρημα. Ήδη από το «Whiplash» ο Chazelle κατάφερε να αποκτήσει μερικούς αξιόλογους συνεργάτες πίσω από την οθόνη, οι οποίοι εν τέλει τον βγάλανε ασπροπρόσωπο. Πρώτο απ’ όλους θα αναφέρω τον μοντέρ Tom Cross, ο οποίος είχε κερδίσει μάλιστα το Όσκαρ για το «Whiplash». Παρότι εδώ δεν απαιτείται ένα κοφτό μοντάζ όπως στην προηγούμενη τους συνεργασία, όμως εδώ κόβει με σύνεση και με υπομονή, χωρίς να κάνει λάθη. Αυτός που επίσης επιστρέφει στο έργο είναι και ο συνθέτης Justin Hurwitz, ο οποίος όμως κάνει πιο εντατική δουλειά από αυτήν του «Whiplash», φτιάχνοντας αυτός τα υπέροχα μουσικά θέματα. Νέα συνεργασία όμως αποτελεί αυτή με τον διευθυντή φωτογραφίας Linus Sandgren, ο οποίος φτιάχνει μια ζωντανή εικόνα, γυρίζοντας την ταινία με φιλμ, και με τα χρώματα της δημιουργούν πραγματική αίσθηση.

Όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πετυχημένο χωρίς την συμβολή του επί της οθόνης ζεύγους Gosling – Stone. Αυτή είναι μεν η τρίτη φορά που τους βλέπουμε ως ζευγάρι (μετά τα «Crazy, Stupid, Love» και «Gangster Squad»), όμως το ζευγάρι φαίνεται να διατηρεί μια εξαιρετική χημεία. Τόσο στις σκηνές διαλόγου όσο και στις σκηνές τραγουδιού και χορού οι δυο τους κουμπώνουν πανέμορφα, φτιάχνοντας ένα ωραίο ζεύγος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μάλιστα ο καθένας λειτουργεί εξαιρετικά και ως μονάδα, στις σκηνές που συνυπάρχουν με άλλους ηθοποιούς. Και είναι τόσο καλοί που θα έλεγε κανείς πως μπορεί να φτάσουν και ως τις βασικές υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Μια μοναδική ταινία

Όμως το «La La Land» δεν φτάνει ως τα Όσκαρ κατά τύχη. Κάποιοι μπορεί να κατηγορήσουν την Ακαδημία πως επιβραβεύει την ταινία από νοσταλγία στο Παλιό Χόλιγουντ, όμως μόνο αν παρακολουθήσεις την ταινία θα μπορέσεις να κατανοήσεις την πραγματική της αξία. Γιατί, κακά τα ψέματα, η ταινία αν δεν ήταν μιούζικαλ θα ήταν μια αποτυχία. Όμως αυτό το περιτύλιγμα είναι που εν τέλει δίνει στην ταινία τον τόνο και το βάθος της, την αξία που πρέπει να έχει. Γιατί δεν θα μπορούσε να δουλέψει αλλιώς και γιατί με τα τραγούδια και τον χορό κατορθώνει να σε κάνει γελάσεις στα αστεία, να πονέσεις στις πίκρες και στο τέλος να την ερωτευθείς.

 

Εν τέλει, το «La La Land» είναι ένα εξαιρετικό βήμα για τον Damien Chazelle ως σκηνοθέτη αλλά και μια μοναδική ταινία. Και το νόημα της βρίσκεται παντού, από την κίνηση της κάμερας και των ηθοποιών μέχρι και την επιλογή να είναι μιούζικαλ. Και αυτό γιατί ποτέ δεν παύει να μας γοητεύει ως θεατές, ισορροπώντας ανάμεσα σε διάλογο και τραγούδι, στη κωμωδία και το δράμα. Γιατί είναι το πάντρεμα του παλιού με το σήμερα, το οποίο δεν ήξερες πως ο κινηματογράφος είχε ανάγκη. Πόσο μάλλον πως εσύ το είχες ανάγκη.

9.5
Βαθμολογία
La La Land
Με λίγα λόγια
Το «La La Land» είναι ένα εξαιρετικό βήμα για τον Damien Chazelle ως σκηνοθέτη αλλά και μια μοναδική ταινία. Δεν παύει να μας γοητεύει ως θεατές, ισορροπώντας ανάμεσα σε διάλογο και τραγούδι, στη κωμωδία και το δράμα.
Θετικά
Η ισορροπία του Damien Chazelle σε σενάριο και σκηνοθεσία
Εξαιρετικό πάντρεμα του παλιού με το καινούργιο
Εξαιρετικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών
Τρομερή μουσική και τραγούδια
Εξαιρετική χορογραφία
Αρνητικά
Το τέλος ήταν κάπως απότομο