«Η Ζωή είναι Ωραία» – Αφιέρωμα

Τι είπατε μπροστά στα παιδιά σας την τελευταία φορά που τελείωσε ο καφές και ήταν Κυριακή; Την τελευταία φορά που ο μπροστινός δεν το σανίδωσε με το που άναψε πράσινο; Τότε που στο διαγώνισμα έγραψαν 17 ενώ «μπορούσαν πολύ καλύτερα» ίσως; Η απάντηση μάλλον θα χρειαζόταν αστεράκια για να γραφτεί εδώ, μπορώ ωστόσο να υποθέσω ότι ήταν κάτι που υπονοούσε ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει. Τι; Κάνω λάθος;

Ας υποθέσουμε τώρα ότι την Κυριακή που ο καφές τελείωσε τέσσερις στρατιώτες σπάζουν την πόρτα και μπαίνουν στο σπίτι. Καταστρέφουν τα πάντα, συλλαμβάνουν εσάς και τα παιδιά και σας σπρώχνουν μέσα σε ένα βρώμικο βαγόνι όπου θα μείνετε όρθιοι για μέρες. Σας οδηγούν σε έναν τόπο όπου η δουλειά κάνει την ελευθερία. Εκεί θα πρέπει να δουλεύετε καθημερινά, σαν τα σκυλιά, με ανταμοιβή το δικαίωμα να το επαναλάβετε και την επομένη, και την επομένη. Όσοι κουραστούν μπορεί κάποια στιγμή να εξαφανιστούν ξαφνικά, ίσως αυτήν την Παρασκευή που θα πάνε για μπάνιο. Τα παιδιά σας είναι εκεί, και βλέπουν τα πάντα. Τι θα τους πείτε τώρα; Να μην ανησυχούν; Ότι όλα θα πάνε καλά;

Δεν θα σας πίστευαν. Η αισιοδοξία χτίζεται μέσα από αγάπη και φαντασία σε κάθε μικρή ή μεγάλη αναποδιά, και το παιχνίδι θα είχε πλέον χαθεί. Ο Roberto Benigni στήριξε κάθε πτυχή του πρωταγωνιστή του σε αυτήν την αλήθεια. Άλλωστε, είχε τον καλύτερο δάσκαλο. Ο πατέρας του υπηρέτησε στον Ιταλικό στρατό μετά την στροφή της χώρας του απέναντι στην ναζιστική Γερμανία το 1943. Συνελήφθη από τους ναζί και πέρασε δύο δύσκολα χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Bergen-Belsen. Όταν, χρόνια αργότερα, χρειάστηκε να διηγηθεί στα παιδιά του όλα όσα πέρασε, το έκανε με τρόπο εντελώς χιουμοριστικό. Ήθελε να τα διδάξει, χωρίς όμως να τα τρομοκρατήσει. Μέχρι και ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι το να αντιμετωπίσει τα πάντα σαν ένα μεγάλο αστείο ήταν τελικά και ο λόγος για τον οποίο επιβίωσε.

Πέρα από τις αποσπασματικές διηγήσεις του πατέρα του ο Benigni εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό, τόσο σε περιεχόμενο όσο και σε ύφος, από το βιβλίο του Rubino Romeo Salmonì «In the End, I Beat Hitler» («Στο τέλος, εγώ νίκησα τον Χίτλερ»). Ο Rubino ήταν Ιταλοεβραίος, και παρά το ότι αρχικά διέφυγε κατά τις ομαδικές συλλήψεις Εβραίων στην Ρώμη (Οκτώβριος του 1943) τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Auschwitz II-Birkenau το 1944. Τον Ιανουάριο του 1945 που οι Σοβιετικοί απελευθέρωσαν το στρατόπεδο ήταν ακόμη ζωντανός, και τα απομνημονεύματά του εκδόθηκαν κάποια χρόνια αργότερα. Βασικά τους χαρακτηριστικά είναι το έντονο μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία, μέσα από τα οποία προσπάθησε να εκφράσει την ματαιότητα και την θηριωδία της κόλασης που βίωσε. Όπως έγραψε και ο ίδιος, «Βγήκα ζωντανός απ’ το Άουσβιτς, και έχω δώδεκα εγγόνια … νομίζω πως μπορώ να πω ότι αυτό διέλυσε τα σχέδια του Χίτλερ για μένα».

Έχοντας συγκεντρώσει εμπειρίες και πρώτες ύλες ο Benigni αποφάσισε να σκηνοθετήσει μια ταινία για την αισιοδοξία· όχι το Ολοκαύτωμα. Ο ρόλος του Ολοκαυτώματος ήταν να παρέχει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η αντοχή κάθε ανθρώπινης αισιοδοξίας και δημιουργικότητας θα έφτανε στα όριά της. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν έχει εβραϊκή καταγωγή και μέχρι τότε ήταν γνωστός αποκλειστικά ως κωμικός. Αρκετοί γνωστοί του προειδοποίησαν τον Benigni ότι είχε επιλέξει θέμα αρκετά ριψοκίνδυνο για «κωμική» ταινία, χωρίς όμως να του αλλάξουν γνώμη. Ο ίδιος έμεινε σε διαρκή επαφή με εβραϊκούς πολιτιστικούς συλλόγους, καθ’ όλη την διάρκεια των γυρισμάτων, προκειμένου να μην φανεί σε κανένα σημείο προσβλητικός ή ασεβής απέναντι στην κουλτούρα που επιχειρούσε να προσεγγίσει. Το εγχείρημά του, ωστόσο, παρέμενε περίπλοκο. Χρόνια νωρίτερα, ο Charlie Chaplin είχε δηλώσει ότι αν το 1940 γνώριζε όσα είχαν συμβεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν θα είχε μπορέσει ποτέ να ολοκληρώσει το «The Great Dictator».

Πέρα όμως από την ιστορική ακρίβεια, το πλάνο του Benigni περιελάμβανε και κάποιες σκόπιμες ιστορικές ανακρίβειες. Όπως είπαμε, σκοπός του ήταν να προβάλει την άνευ προϋποθέσεων αισιοδοξία και όχι το Ολοκαύτωμα. Απόλυτα ακριβείς αναπαραστάσεις των συνθηκών διαβίωσης σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν θέση σε ντοκιμαντέρ και (αμιγώς) δραματικές ταινίες. Τα στρατόπεδα και οι φύλακες του δικού του σεναρίου θυμίζουν πιόνια στο ίδιο το παιχνίδι του πρωταγωνιστή του. Η φρίκη έχει υποκλιθεί στην φαντασία, και όχι το αντίθετο. Το αποτέλεσμα δείχνει οικείο αλλά ταυτόχρονα διαφορετικό από οτιδήποτε ανάλογο θα είχαμε κατά νου, δίνοντας έτσι έναν χαρακτήρα σουρεαλισμού πρακτικά σε κάθε πτυχή της ιστορίας. Η ζωή σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν αδιαμφισβήτητα πιο δραματική, αλλά εδώ το μεταίχμιο ανάμεσα στην δραματουργία και τα κωμικά στοιχεία έπρεπε να διατηρηθεί ακέραιο. Υπερβολές στο μεν θα κατέστρεφαν την αξία και τον συμβολισμό του δε.

Ως προς την κωμικότητα, συγκεκριμένα, ο ρόλος της θα μπορούσε να γενικευθεί σε μια σατυρική επίθεση κατά της ίδιας της φασιστικής και ρατσιστικής ιδεολογίας. Κάποιες από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία, όπως η αντίδραση των μελών της υψηλής κοινωνίας απέναντι στο απάνθρωπο μαθηματικό πρόβλημα ή το γκράφιτι έξω απ’ το βιβλιοπωλείο. Κορυφαία παραμένει η διάλεξη του «καθηγητή» σχετικά με τους προφανείς λόγους για τους οποίους οι Ιταλοί και οι σύμμαχοί τους ανήκουν σε μια ανώτερη ράτσα. Θέτει το απλούστερο δυνατό ερώτημα· έχουμε όλοι αυτιά και αφαλούς. Με ποια κριτήρια μπορούν κάποια να θεωρούνται ανώτερα; Σε ένα τέτοιο απλοϊκό ερώτημα ένας διορισμένος ρατσιστής επιστήμονας μπορεί να έβρισκε απάντηση. Στην καυστική και ανελέητη σάτιρα κανείς και ποτέ.

Γλυκόπικρη, αυτή είναι η μία και μοναδική λέξη που αρκεί για να περιγράψει το «Η ζωή είναι Ωραία». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε και το μνημειώδες της soundtrack, έργο του Nicola Piovani, μουσουργού για περίπου 130 ταινίες. Το πασίγνωστο απόσπασμα που ακούγεται στους τίτλους αρχής έχει εντυπωθεί στην συνείδηση του κόσμου και έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές σε άλλα μέσα. Η συμπρωταγωνίστρια του Benigni, Nicoletta Braschi, είναι και σύζυγός του από το 1991. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί του καστ, παρά τον περιορισμένο ρόλο τους, δεν δείχνουν ποτέ να ξεφεύγουν από το βλέμμα του σκηνοθέτη. Το κλίμα κωμικής και δραματικής παράνοιας διατηρείται πάντα και από όλους. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον μικρό Giorgio Cantarini, που στον ρόλο του γιου ενσάρκωσε με απόλυτη προσήλωση την επιτομή της εύθραυστης παιδικής αθωότητας. Η καριέρα του δεν είχε ιδιαίτερη συνέχεια, αλλά η μοναδική αυτή ερμηνεία του δεν θα ξεχαστεί ποτέ.

Όλα σχεδόν τα εξωτερικά γυρίσματα έγιναν στο ιστορικό κέντρο της μικρής πόλης Arezzo, στην Τοσκάνη. Βρίσκεται περίπου εξήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Φλωρεντίας. Η σκηνή με το ποδήλατο λαμβάνει χώρα μπροστά στον καθεδρικό ναό της πόλης, που ανάγεται στον 13ο αιώνα. Ένα πολύ ενδιαφέρον κριτήριο για την διαχρονικότητα μιας ταινίας είναι η ικανότητα ανθρώπων που δεν την έχουν δει να μνημονεύουν χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις της. Ελάχιστοι αναφέρουν συχνά την ταινία «Λόλα» του 1964, αλλά η φράση «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη» τους είναι σίγουρα οικεία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το θριαμβευτικό «Μπουοντζόρνο, Πριντζιπέσσα!!!» με αποδέκτη την όμορφη Nicoletta. Ο Roberto θα ήταν διπλά χαρούμενος αν το χρησιμοποιούσαν όλοι εκεί που πρέπει, μόνο σε αληθινές Πριντζιπέσσες.

Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την πρεμιέρα της ταινίας το 1997 ήταν εξαιρετικά θετικές. Εννοείται ότι υπήρξαν φωνές που υποστήριξαν ότι θέματα όπως το Ολοκαύτωμα δεν μπορούν να υποστηρίξουν μια τόσο ανάλαφρη προσέγγιση. Αυτό όμως δεν εμπόδισε το ευρύ κοινό να αγκαλιάσει και να επικροτήσει την απόπειρα του Benigni να αποδείξει ότι η αισιοδοξία μπορεί να φωλιάσει παντού. Οι ιταλικές εφημερίδες βάρυναν από τις διθυραμβικές κριτικές, που περιέγραφαν τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή σαν κάποιο είδος εθνικού ήρωα. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ κατέταξε το «Η Ζωή είναι Ωραία» ανάμεσα στις πέντε αγαπημένες του ταινίες. Τα κέρδη της στο διεθνές box office ανήλθαν σε περίπου 229 εκατομμύρια, ποσό σχεδόν δώδεκα φορές μεγαλύτερο του αρχικού budget.

Η πραγματικά μεγάλη όμως παράσταση του Benigni, για την οποία ο πρωταγωνιστής του θα ήταν πραγματικά υπερήφανος, δόθηκε στην απονομή των 71ων Βραβείων Όσκαρ το 1999. Η Sophia Loren ήταν αυτή που ανακοίνωσε την νίκη του στην κατηγορία της Ξενόγλωσσης Ταινίας. Και τότε, ο Roberto άρχισε στην κυριολεξία να πηδά από κάθισμα σε κάθισμα. Γιατί όχι άλλωστε; Το μήνυμά του είχε περάσει πια σε όλους, και εκείνος απλά το υπενθύμιζε. Εκείνη την νύχτα παρέλαβε και δεύτερο βραβείο, αυτό του Α’ Ανδρικού Ρόλου, απ’ τα χέρια της Jodie Foster. Ήταν πρώτο άτομο που κατόρθωνε να αποσπάσει βραβείο Α’ Ρόλου από μη αγγλόφωνη ταινία μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια. Το προηγούμενο ήταν η γηραιά αλλά πάντα εκθαμβωτική ομοεθνής του που του είχε παραδώσει το βραβείο νωρίτερα. Εκείνη το είχε καταφέρει με το «Two Women» του Vittorio de Sica.

Στην δεύτερη ομιλία του είπε χαριτολογώντας ότι είχε εξαντλήσει όλα τα αγγλικά που ήξερε στην πρώτη. Στην Ξενόγλωσση Ταινία ήταν το αδιαφιλονίκητο φαβορί, αλλά για την δεύτερη κατηγορία χρειάστηκε να ξεπεράσει τον Tom Hanks του «Saving Private Ryan» και τον Edward Norton του «American History X». Ο συνθέτης Nicola Piovani κέρδισε Όσκαρ Soundtrack Δραματικής Ταινίας, το μοναδικό του μέχρι σήμερα. Το «Η Ζωή είναι Ωραία» ήταν υποψήφιο για τέσσερα ακόμη Όσκαρ, αλλά την χρονιά της κυριαρχίας του «Shakespeare in Love», δεν είχε ελπίδες για κάτι παραπάνω. Στο φεστιβάλ των Καννών του 1998 κέρδισε το Gran Prix. Την ίδια χρονιά, ο Χρυσός Φοίνικας είχε καταλήξει στον Θόδωρο Αγγελόπουλο και το «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα».

Πέρα όμως από συναισθηματισμούς και βραβεία, τι συμπέρασμα αξίζει να βγάλουμε από αυτήν ιστορία; Ίσως το ίδιο με αυτό που έδωσε στον Benigni την έμπνευση για τον τίτλο της ταινίας. Όταν βρισκόταν εξορισμένος στο Μεξικό, ο Λέων Τρότσκι περιέγραψε στα απομνημονεύματά του την παρακάτω σκηνή. Κάποια μέρα, ενώ γνώριζε ότι οι δολοφόνοι του Στάλιν θα τον έβγαζαν απ’ την μέση σύντομα, στάθηκε δίπλα στο παράθυρο και κοίταξε προς τον κήπο. Εκεί βρισκόταν η γυναίκα του και φρόντιζε τα λουλούδια. Ο πανίσχυρος αυτός συνδυασμός φρίκης και ομορφιάς που περίκλειε ένα και μοναδικό συναίσθημα ενέπνευσε ένα από τα τελευταία του αποφθέγματα. «Η Ζωή είναι Ωραία» έγραψε «Και είθε οι γενιές που θα ακολουθήσουν να την εξαγνίσουν από κάθε κακία, καταπίεση και βιαιότητα, και να την ζήσουν στο έπακρο».