«Life» – Κριτική

Ομολογουμένως, δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για τον στοιχειωδώς ενημερωμένο θεατή να αναγνωρίσει τις προθέσεις πίσω από την παραγωγή του «Life». Η επιστημονική φαντασία «για μορφωμένους», με χειμάρρους αληθοφάνειας να ρέουν άφθονοι, είναι έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά δημοφιλής τα τελευταία χρόνια. Ταινίες όπως τα «Gravity» (2013), «Interstellar» (2014) και «Arrival» (2016) ξέφυγαν από την χάριν εντυπωσιασμού φαντασιοπληξία τύπου «Star Wars» και έπλασαν ιστορίες με τις οποίες το κοινό θα είχε την ελευθερία να ταυτιστεί. Το «Life» δεν αποτελεί εξαίρεση, και μέσα από ανατροπές και έντονο σασπένς, έχοντας δανειστεί αμέτρητα στοιχεία, ακολούθησε επάξια το ρεύμα της εποχής· πράγμα όμως που δεν θα αρκούσε με κανέναν τρόπο για να του εξασφαλίσει μια δική του προσωπική ταυτότητα.

Η ιστορία διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS), όπου ένα πλήρωμα έξι κοσμοναυτών βρίσκεται σε αναμονή για την προσέλευση μίας διαστημοσυσκευής με δείγματα από το έδαφος του πλανήτη Άρη. Τα αποτελέσματα από την ανάλυσή τους θα είναι εντυπωσιακά, όταν μια κυτταρική μορφή ζωής θα αναζωογονηθεί μέσα απ’ το πολύτιμο κόκκινο χώμα και θα αρχίσει να αναπτύσσεται. Ο ενθουσιασμός από αυτήν την επαναστατική ανακάλυψη θα είναι έντονος αλλά και βραχυχρόνιος· οι απομονωμένοι και αβοήθητοι επιστήμονες θα διαπιστώσουν σύντομα ότι εξαπέλυσαν ένα άκρως προσαρμοστικό και αδίστακτο αρπακτικό, ικανό να απειλήσει όχι μόνο τους ίδιους, αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Σε αντίθεση με αρκετές άλλες ταινίες του είδους, που υπόσχονται στους θεατές τους ειλικρίνεια και ψυχογραφικό τόνο μόνο για να απογοητεύσουν, το «Life» αποπνέει μια ανόθευτη αίσθηση ρεαλισμού και ανθρωπιάς. Η συμπεριφορά των πρωταγωνιστών -και όχι μόνο-, μέσα από όλο το εύρος και το βάθος της, τις αδυναμίες, τα λάθη, τις γνώσεις και τις παραξενιές που χαρακτηρίζουν τα ανθρώπινα όντα, βοηθά τους θεατές να βιώσουν την ιστορία τους μέσα από το πρίσμα των δικών τους, επίγειων, προσωπικών εμπειριών, προβάλλοντάς τες ανεμπόδιστοι σε ένα έργο φαντασίας.

Η επιστημονική ακρίβεια που διαχέεται αστείρευτη με κάθε ευκαιρία συμβάλει ακόμη περισσότερο στο κλίμα που συντηρεί την έντονη συναισθηματική φόρτιση. Πολλοί μπορεί να διακρίνουν μια ρεαλιστική διαστημική αποστολή του 2040 που πήγε στραβά, όπως τόσες πραγματικές (Apollo 13, Challenger, Columbia), ή μια αληθοφανή πρώτη (αποτυχημένη) επαφή με κάποια εξωγήινη μορφή ζωής. Γενικότερα, παρά το γεγονός ότι αρκείται στο να αναπαράγει μια σειρά από αναμασημένα κλισέ, το σενάριο κατορθώνει να τα συνθέσει με τέτοιον τρόπο ώστε να τους εμφυσήσει εκ νέου ζωτικότητα, και καθιστά το τελικό αποτέλεσμα φαινομενικά πρωτοποριακό.

Το «Life» όμως αποτυγχάνει να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω. Όλα όσα διαχρονικά χαρακτηρίζουν μια «εγκλωβισμένοι-στο-διάστημα» ταινία με εξωγήινους είναι παρόντα· οι αστροναύτες είναι απόλυτα απομονωμένοι, η διαστημική βάση δυσλειτουργεί επιλεκτικά, ο εξωγήινος έχει πλοκάμια. Ωστόσο, η παράθεση τόσων οικείων και βασικών στοιχείων καθιστά το σενάριο τετριμμένο και εύκολο να ξεχαστεί, παρά τον ευφυή και κομψό τρόπο με τον οποίο τα περιπλέκει. Δεν διακρίνεται πουθενά η αντανάκλαση μιας πραγματικά πρωτότυπης δημιουργικότητας (αλλά ούτε και προσπάθεια για κάτι τέτοιο, πράγμα που ίσως τελικά δικαιώνει την ταινία). Για ακόμη μία φορά, το ξεχωριστό και πρωτοποριακό αυτό στοιχείο που θα οδηγήσει μια -απλά- πολύ καλή ταινία στον αστερισμό των κλασσικών δείχνει να απουσιάζει.

Ένα ακόμη σημαντικό αρνητικό στοιχείο ήταν η εντελώς απρόβλεπτη ανατροπή στο φινάλε. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να έχει λειτουργήσει θετικά· η μέχρι τότε πορεία του σεναρίου όμως, μέσα από όλες τις θυσίες, τις τύψεις και τις ατυχίες καθοδηγούσε ηθικά μια εντελώς διαφορετική κλιμάκωση, αδιαμφισβήτητα πιο λυτρωτική.

Το soundtrack, εξαιρετική σύνθεση του Σουηδού Jon Ekstrand, στην τρίτη του συνεργασία με τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη Daniel Espinosa, ακολουθεί πιστά την συναισθηματική ροή του σεναρίου, διατηρώντας παράλληλα τον επιβλητικό διαστημικό του ήχο, ενώ η κάμερα κινείται δημιουργικά, προβάλλοντας και εστιάζοντας διαρκώς -σωστά- στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, και όχι υποχρεωτικά της δράσης, υποδεικνύοντας την διορατικότητα του Espinosa, που κατόρθωσε έτσι να βελτιώσει το σενάριο που είχε στα χέρια του. Οι ερμηνείες των ηθοποιών που επιλέχθηκαν (Jake Gyllenhaal, Ryan Reynolds, Rebecca Ferguson, αλλά και οι πιο άσημοι Hiroyuki Sanada, Ariyon Bakare και Olga Dihovichnaya) ήταν επίσης εξαιρετικές, αποδίδοντας σωστά τις έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις που απαιτούσαν και οι έξι πρωταγωνιστικοί ρόλοι.

Αδιαμφισβήτητα, το «Life» θα ήταν ιδανική επιλογή για κάποιον που θέλει να παρακολουθήσει μια ρεαλιστική, σύγχρονη, ανθρώπινη και βαθιά συναισθηματική ταινία επιστημονικής φαντασίας. Δεν απουσιάζει τίποτα που θα μπορούσε θεωρητικά να υποβιβάσει την συνολική ψυχαγωγική εμπειρία· ένα καλογραμμένο σενάριο, δράση, σασπένς, εξαιρετικές ερμηνείες και, φυσικά, μία -μετά από αρκετό καιρό- πραγματικά τρομακτική ταινία με εξωγήινους. Ωστόσο, για έναν πιο απαιτητικό θεατή, που αναζητά το κάτι παραπάνω, κάποια σημαντικά «προαπαιτούμενα» δείχνουν να λείπουν, όπως η ευρηματικότητα και η πρωτοτυπία, σε μια ταινία που -δυστυχώς, ή φυσιολογικά;- αδυνατεί να χτίσει έναν δικό της προσωπικό χαρακτήρα.

7.8
Βαθμολογία
Life (2017)
Με λίγα λόγια
Αδιαμφισβήτητα, το «Life» θα ήταν ιδανική επιλογή για κάποιον που θέλει να παρακολουθήσει μια ρεαλιστική, σύγχρονη, ανθρώπινη και βαθιά συναισθηματική ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, για έναν πιο απαιτητικό θεατή, που αναζητά το κάτι παραπάνω, κάποια σημαντικά «προαπαιτούμενα» δείχνουν να λείπουν, όπως η ευρηματικότητα και η πρωτοτυπία, σε μια ταινία που -δυστυχώς, ή φυσιολογικά;- αδυνατεί να χτίσει έναν δικό της προσωπικό χαρακτήρα.
Θετικά
Ικανοποιητικό και προσεγμένο σενάριο.
Σκηνοθεσία, soundtrack και CGI αγγίζουν το τέλειο.
Αβίαστος κοινωνικός και επιστημονικός ρεαλισμός.
Αρνητικά
Μεγάλη έλλειψη πρωτοτυπίας.
Το φινάλε δεν συνάδει με το κλίμα της υπόλοιπης ταινίας.