«Nocturnal Animals» – Ο Tom Ford διδάσκει καλλιτεχνικό ήθος

Από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε, το «Nocturnal Animals» έγινε η επόμενη ταινία που θέλαμε να δούμε. Σε αυτό όμως δεν έφταιγε μόνο το ενδιαφέρον σενάριο, αλλά και το άτομο πίσω από την κάμερα, ο Tom Ford. Έχοντας εργαστεί στους οίκους μόδας Gucci και Yves Saint Laurent και δημιουργώντας την δική του εξίσου επιτυχημένη φίρμα, ο γνωστός σχεδιαστής  μόδας σύντομα αποφάσισε να μεταπηδήσει και στον κινηματογράφο. Το πείραμα ήταν αναμφίβολα επιτυχημένο, μιας και το «A Single Man» αποτέλεσε ένα εξαιρετικό του ντεμπούτο, με το κοινό να ζητάει ακόμη περισσότερα. Και αυτό είναι που μας δίνει, επτά χρόνια μετά από την πρώτη του ταινία, με το «Nocturnal Animals».

Η Σούζαν (Amy Adams) είναι μια ιδιοκτήτρια γκαλερί που δεν είναι ευτυχισμένη με την ζωή της. Η δουλειά της δεν την συναρπάσει, υποφέρει από αϋπνίες και ο σύζυγος της (Armie Hammer) την απατάει σε καθημερινή βάση. Όλα όμως αλλάζουν όταν παραλαμβάνει το πρώτο βιβλίο του πρώην της συζύγου Έντουαρτ (Jake Gyllenhaal), το οποίο και έχει αφιερώσει σε εκείνη. Σε αυτή την δεύτερη ιστορία, όμως, ο πρωταγωνιστής Τόνυ (πάλι ο Gyllenhaal) μπλέκεται μαζί με την οικογένεια του (Isla Fisher και Ellie Bamber ) σ’ ένα βίαιο συμβάν, καθώς μια παρέα νεαρών με αρχηγό τον ψυχοπαθή Ray (Aaron Taylor-Johnson) εμφανίζεται στον δρόμο τους για να τους ταράξει την ηρεμία.

Το αποτέλεσμα αυτής της ιστορίας θα φέρει τον Τόνυ σε ένα μονοπάτι εκδίκησης, το οποίο διαβαίνει μαζί με τον ντετέκτιβ που ερευνά την υπόθεση (Michael Shannon). Όμως η Σούζαν αρχίζει να εξετάζει τους λόγους για τους οποίους χώρισε με τον Έντουαρτ, προσπαθώντας να καταλάβει αν με αυτό το βιβλίο προσπαθεί κάπως να την εκδικηθεί.

Το εγχείρημα που παρακολουθούμε στο «Nocturnal Animals» είναι κάτι πραγματικά δύσκολο να πετύχει. Πως μπορούν να ταυτιστούν δύο φαινομενικά ανόμοιες ιστορίες, ειδικά όταν ο στόχος είναι μια στρωτή αφήγηση; Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε συναντήσει σε ταινίες γνωστών σκηνοθετών, όμως το αποτέλεσμα λίγες φορές καταλήγει σε επιτυχία. Ο Ford όμως δείχνει να έχει συναίσθηση του κινδύνου αυτού και να σκοπεύει να τον αποδείξει προσπελάσιμο.

Και με αυτόν τον τρόπο χτίζει, μέσα από την μεταφορά της νουβέλας «Tony and Susan», ένα θρίλερ που καταφέρνει να βρει την ισορροπία ανάμεσα στο αστικό δράμα και το νουάρ στοιχείο. Οι δύο ιστορίες δείχνουν αλληγορικά αλληλένδετες, άσχετα με το τι πραγματεύεται η κάθε μια θεματικά. Και, ακόμη και αν μεμονωμένα φτάνουν στην κορύφωση τους κάπως απότομα, όμως σαν σύνολο η μια συμπληρώνει την άλλη. Σαν μοναδικό αρνητικό μπορεί κανείς να θεωρήσει την δυσκολία να αποδοθεί κάποιο νόημα στην ιστορία, όμως απλά θέλει τον χρόνο της για να ωριμάσει μέσα στον θεατή, προκειμένου να αναγνωριστεί για την πραγματική της αξία.

Οι ηθοποιοί πάντως στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Η Amy Adams είναι ξεκάθαρα ψυχρή στο ρόλο της Σούζαν, μια παγωμένη βασίλισσα που δεν ήταν πάντα έτσι, κρυμμένη πίσω από το έντονο μακιγιάζ και τα φανταχτερά της ρούχα, πείθοντας μας όμως πως κάπου κρυμμένη μέσα της βρίσκεται μια χαμένη ανθρωπιά. Ο Jake Gyllenhaal, από την άλλη, φαίνεται να έχει πιο δύσκολο υλικό, ερμηνεύοντας δύο διαφορετικούς ρόλους. Και οι δύο χαρακτήρες φαίνονται αρκετά όμοιοι, ο καθένας όμως έχει το δικό του ταξίδι και τις διαφορετικές του πτυχές. Άλλωστε, μέσα από την ταινία παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο η Σούζαν εκλαμβάνει τους χαρακτήρες, οπότε μπορούμε να πούμε πως ο Gyllenhaal υποδύεται ταυτόχρονα τις δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου χαρακτήρα, τη μια χτισμένη στην ανάμνηση και την άλλη στην φαντασία.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως εδώ παρουσιάζουν οι δεύτεροι ρόλοι. Ακόμη και αν η πλειονότητά τους (Laura Linney, Martin Sheen, Jenna Malone, Armie Hammer κλπ) εμφανίζονται για μικρό χρονικό διάστημα, κανείς τους δεν μένει ανεκμετάλλευτος και όλοι αφήνουν το στίγμα τους. Όμως στην μνήμη μένουν χαραγμένοι οι ρόλοι του έμπειρου Michael Shannon, ο οποίος δίνει ένα ακόμη ρεσιτάλ που η Ακαδημία αναγνώρισε και του έθεσε υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, αλλά και του νικητή των Χρυσών Σφαιρών στην ίδια κατηγορία, του νεαρού Aaron Taylor-Johnson. Αφήνοντας πίσω του τις μέρες του «Kick-Ass» και το σύντομο του πέρασμα από τους «Avengers», o Johnson είναι συναρπαστικός στο ρόλο του Ray, κάνοντας την παρουσία του να ξεχωρίζει και να μη δικαιολογεί την μη υποψηφιότητα του για το Όσκαρ.

Αυτό που καταφέρνει η ταινία, πάνω απ’ όλα, είναι να χτίσει ατμόσφαιρα. Και αυτό καθιστούν εφικτό η υπέροχη καλλιτεχνική διεύθυνση του Christopher Brown («Mad Men») και η επιτυχημένη φωτογραφία του Seamus McGarvey («Atonement»). Και οι δύο συμβάλλουν στην εξασφάλιση μιας κοινής ατμόσφαιρας μεταξύ των δύο ιστοριών, οι οποίες όμως παραμένουν ταυτοχρόνως και ανόμοιες. Αλλά θα ήταν παράλειψη να μην αναγνωριστεί η μουσική πανδαισία του Πολωνού Abel Korzeniowski, ο οποίος δημιουργεί μερικές από τις καλύτερες ενορχηστρώσεις που έχουμε ακούσει εδώ και πολύ καιρό, θυμίζοντας την μουσική που έγραφε ο Bernard Herrman για τον Hitchcock.

Όμως το τελικό χειροκρότημα δεν το αξίζει κανείς άλλος πέρα απ’ τον Ford ως σκηνοθέτη. Δεν θα σταθώ απλά στον τρόπο που τοποθετεί κάμερα, ηθοποιούς και ιστορία στο κάδρο, αν και εκεί ακόμη τα καταφέρνει εξαιρετικά. Μονάχα θα αναφέρω πως ο Ford φαίνεται να κατέχεται από ένα καλλιτεχνικό ήθος, το οποίο δεν βλέπουμε συχνά στο σινεμά σήμερα. Γιατί, άσχετα με την βία μέσα της, η ταινία ποτέ δεν την ωραιοποιεί και ποτέ δεν την αφήνει να τραβήξει όλα τα φώτα, ώστε να αναλωθεί σε αυτήν. Αντίθετα, τόσο το γυμνό όσο και η βία υπάρχουν μόνο στα σημεία που θα στηρίξουν το σενάριο και όχι διάχυτα στην πλειονότητα του έργου. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ταινία να ξεχωρίζει από την οποιαδήποτε απλή ιστορία εκδίκησης, κάνοντας μας να καταλάβουμε πως ποτέ δεν ήταν ακριβώς αυτό.

Και τι είναι τελικά το «Nocturnal Animals», πέρα από μια απόδειξη της καλλιτεχνικής φύσης του Tom Ford; Μια ιστορία αγάπης, ασφαλώς. Μια ιστορία αγάπης όχι μόνο για έναν εραστή, για αυτούς που χάθηκαν, για ένα καλλιτεχνικό έργο, αλλά για όλα αυτά μαζί και ακόμη περισσότερα. Και, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη ενός επιτυχημένου σχεδιαστή μόδας για το σινεμά, μέσα από μια αξιόλογη ταινία.

8.5
Βαθμολογία
Nocturnal Animals
Με λίγα λόγια
Και τι είναι τελικά το «Nocturnal Animals», πέρα από μια απόδειξη της καλλιτεχνικής φύσης του Tom Ford; Μια ιστορία αγάπης, ασφαλώς. Μια ιστορία αγάπης όχι μόνο για έναν εραστή, για αυτούς που χάθηκαν, για ένα καλλιτεχνικό έργο, αλλά για όλα αυτά μαζί και ακόμη περισσότερα. Και, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη ενός επιτυχημένου σχεδιαστή μόδας για το σινεμά, μέσα από μια αξιόλογη ταινία.
Θετικά
Ο Tom Ford στο σενάριο και τη σκηνοθεσία!
Εξαιρετικές ερμηνείες από το βασικό καστ.
Ισορροπημένη ατμόσφαιρα.
Η μουσική του Abel Korzeniowski.
Αρνητικά
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ήταν σχεδόν απώντες
Η ιστορία μπορεί να φανεί ασαφής