«Pacific Rim : Εξέγερση» – Κριτική

Λιγότερο από έναν μήνα μετά την πανηγυρική του -και κατά πολλούς άδικη- βράβευση, ο Guillermo den Toro επιστρέφει με μια ακόμη ταινία που φέρει την υπογραφή του. Αυτήν την φορά δεν θα σκηνοθετήσει, θα παραμείνει όμως παραγωγός, από κοινού με τον πρωταγωνιστή John Boyega («Star Wars»). Η ταινία είναι έτοιμη από τον περσινό Μάρτιο, αλλά εξαιτίας διαφόρων καθυστερήσεων η διανομή της ορίστηκε για φέτος. Όπως και η προκάτοχός της έτσι και αυτή εμπεριέχει αμέτρητα στοιχεία ασιατικής αστικής κουλτούρας, επιχειρώντας να προσεγγίσει το ανάλογο κοινό. Το ένα τέταρτο του box office του πρώτου «Pacific Rim» προήλθε από κινεζικές αίθουσες (έκτη πιο επιτυχημένη αγγλόφωνη ταινία εκεί) πράγμα που αναμένεται να επαναληφθεί και φέτος. Σε αντίθετη περίπτωση η καταστροφή ίσως να μην αποφευχθεί, ειδικά αν η Αμερική γυρίσει και πάλι την πλάτη.

Δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, η ανθρωπότητα μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Τα τεράστια «Kaijū» («παράξενο τέρας» στα ιαπωνικά) που επιτίθονταν στις παράκτιες πόλεις μέσα απ’ την θάλασσα είναι μια μακρινή πια ανάμνηση, αλλά τα κολοσσιαία ρομπότ «Jaeger» («καταδρομέας» στα γερμανικά) που τα αντιμετώπισαν βρίσκονται πάντα σε εγρήγορση. Ο Jake Pentecost, γιος του ήρωα του πολέμου Stacker Pentecost και πρώην πιλότος των ρομπότ, ζει πουλώντας παράνομα τμήματα από απενεργοποιημένα Jaeger. Η νεαρή Amara Namani, από την άλλη πλευρά, είναι μία δυναμική και ανεξάρτητη έφηβη με εκπληκτικό ταλέντο στην μηχανική. Η κοινή σύλληψή τους θα φέρει τον Jake πίσω στην παλιά του θέση και την Amara υπό τις διαταγές του. Θα συμπέσει, ωστόσο, με την εμφάνιση διάφορων ανεξήγητων περιστατικών. Οι εξωγήινοι μπορεί να νικήθηκαν, αλλά μήπως τελικά ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο κακός του εαυτός;

O John Boyega είναι ο Jake Pentecost και η Cailee Spaeny είναι η Amara Namani.

Πολύ συνοπτικά, αν κανείς ενδιαφέρεται για μια ταινία όπου τεράστια ρομπότ παίζουν βρομόξυλο με άλλα ρομπότ ή εξωγήινους, θα περάσει πολύ καλά βλέποντας αυτήν. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα βρει ούτε περίπλοκο και βαθύ σενάριο, ούτε και κάτι το πραγματικά οσκαρικό. Το πρώτο μέρος δεν θα ικανοποιούσε ούτε τον πρώτο. Η εισαγωγή έχει δυσανάλογα μεγάλη έκταση, χωρίς τίποτα το πρωτοποριακό, και η επίδειξη τεχνολογίας και γραφικών δεν βοήθησε ιδιαίτερα. Η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά στο δεύτερο μέρος, όπου τα ρομπότ χρειάστηκε να αναλάβουν δράση κάτω από σίγουρα όχι ευνοϊκές συνθήκες. Η πλοκή και η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι αισθητά πιο απλοϊκές σε σχέση με το πρώτο «Pacific Rim», χωρίς όμως να περιορίζουν το επίπεδο cult ευτυχίας που μπορεί να κατακλύσει τον οποιονδήποτε φαν του συγκεκριμένου είδους.

Τα ρομπότ «Jaeger» εν δράσει.

Ένα από τα σημαντικά θετικά στοιχεία του «Pacific Rim : Uprising» ήταν και οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών. Ο ρόλος του John Boyega μπορεί εύκολα να συγκριθεί με τον αντίστοιχο στο «Star Wars», αλλά και με εκείνον του Han Solo. Τον ενσαρκώνει και εδώ εξαιρετικά, «δένοντας» με τον πιο αυστηρό και σκυθρωπό χαρακτήρα του Scott Eastwood, γιου του Clint Eastwood. Πολλά έχουν ακουστεί γύρω απ’ το κατά πόσο κέρδισε με το σπαθί του μια θέση στην βιομηχανία του Hollywood. Το υπόβαθρο ήταν προφανώς ιδανικό, αλλά δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ατάλαντος, σε κανέναν απ’ τους ρόλους του. Στο καστ έχουν συμπεριληφθεί αρκετοί νεαροί ηθοποιοί, που κέρδισαν έτσι μια πρώτη μεγάλη συμμετοχή για το βιογραφικό τους. Όσοι συμμετείχαν στην προηγούμενη ταινία -και δεν πέθαναν εκεί- διατήρησαν τους ρόλους τους (Rinko Kikuchi, Charlie Day, Burn Gorman) εκτός του Charlie Hunnam, που είχε υποχρεώσεις στα γυρίσματα του «King Arthur».

Τα εντυπωσιακά γραφικά των τεράτων «Kaijū».

Το βασικότερο προφανώς χαρακτηριστικό της ταινίας, τα γραφικά που θα έφερναν στην ζωή τα κολοσσιαία πλάσματα, ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Η εικόνες των μαχών και της καταστροφής στο Σίδνεϋ και το Τόκυο ήταν εκπληκτικά ρεαλιστικές, δίνοντας έτσι ζωή σε μια θεματική ενότητα που βλέπουμε συνήθως μόνο σε κινούμενα σχέδια. Τα οπτικά και ακουστικά εφέ κάθε είδους κινήθηκαν στα ίδια επικών διαστάσεων επίπεδα. Την σύνθεση του soundtrack ανέλαβε τελικά ο Σκωτσέζος Lorne Balfe, τακτικός συνεργάτης του Hans Zimmer. Ο Steven S. DeKnight, με την δική του σκηνοθεσία, θυμίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αντίστοιχη του del Toro. Μετέφερε, ωστόσο, τα συνήθως βροχερά και θαλάσσια πεδία μαχών του σε αστικά και πιο ηλιόλουστα περιβάλλοντα.

Trailer

 

Αν και όχι κάτι το εξωφρενικά εντυπωσιακό, το «Pacific Rim : Uprising» δεν παύει να αποτελεί, μαζί με τον προκάτοχό του, την μοναδική υψηλού budget ταινία με τεράστια ρομπότ που παλεύουν. Είναι, ωστόσο, χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας «εφέ». Τα γραφικά και τα ηχητικά εφέ που χρησιμοποιήθηκαν για να πετύχουν την απαραίτητη αληθοφάνεια δύσκολα θα μπορούσαν να έχουν αποδοθεί καλύτερα, χωρίς να μπορούμε να πούμε το ίδιο για το σενάριο και την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Αδιαμφισβήτητα, το φινάλε άφησε υποσχέσεις για τρίτη ταινία. Αν πραγματοποιηθεί, πράγμα που προϋποθέτει επιτυχία της τρέχουσας στο box office, ελπίζουμε να μην καταλήξει χειρότερη. Θα είναι κρίμα να καταστρέψουν έτσι μια τριλογία με δύο αξιοπρεπέστατα πρώτα μέλη.

7.3
Βαθμολογία
Pacific Rim: Uprising (2018)
Με λίγα λόγια
Αν και όχι τόσο καλό όσο ο προκάτοχός του, το «Pacific Rim: Uprising» είναι μια ταινία με εξαιρετικά γραφικά για τους λάτρεις αυτού του είδους της επιστημονικής φαντασίας. Η ιστορία θα μπορούσε να είναι πιο καλογραμμένη, αλλά το βρομόξυλο κολοσσιαίων διαστάσεων μας κάνει να το ξεχάσουμε γρήγορα.
Θετικά
Εξαιρετικές ερμηνείες από όλους.
Πραγματικά αληθοφανή γραφικά και ηχητικά εφέ.
Το βασικό ρομπότ έχει και πάλι την φωνή του GLaDOS από το «Portal».
Αρνητικά
Δυσανάλογα μεγάλη εισαγωγή.
Αρκετά πιο απλοϊκή ιστορία από το πρώτο.
Ελλιπής ανάπτυξη χαρακτήρων, όχι κακή αλλά μπορούσε καλύτερα.