«Η Πεντάμορφη και το Τέρας» – Κριτική

Ήδη από την αναγγελία της είδησης ότι το πολυαγαπημένο «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» θα μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη, και χωρίς να διαθέτω κανένα επιπλέον στοιχείο για το σενάριο ή την σκηνοθεσία, οι προσδοκίες μου ήταν ταυτόχρονα υψηλές και διττές. Η νοσταλγία προσδοκούσε μία έκδοση πιστή μεταφορά του κλασικού animation, διατηρώντας παράλληλα το ύφος και την μαγευτική του ατμόσφαιρα ανόθευτα από πρόχειρους εκμοντερνισμούς, μια άλλη, σιωπηλή πλευρά ωστόσο απαιτούσε τα ρίσκα και τους νεωτερισμούς που θα οδηγούσαν την παράδοση στην νέα εποχή. Το παρελθόν έχει αποδείξει ότι κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να παίξει με την παιδική ηλικία του κοινού του, και η τεράστια δημοτικότητα και προσμονή για την νέα ταινία της Disney θα μπορούσαν πολύ εύκολα να την οδηγήσουν σε μια ανέλπιστη αποτυχία, η οποία όμως -για το καλό κυρίως της νέας γενιάς, και όχι τόσο των παραγωγών- δείχνει να αναβλήθηκε επ’ αόριστον.

Η ιστορία είναι λίγο έως πολύ γνωστή, και δεν χρειάζεται να αναφερθεί ξανά. Αξίζει όμως να σταθώ στην αξιότιμη προσπάθεια του σκηνοθέτη (Bill Condon) και των σεναριογράφων -μεταξύ των οποίων και ο Ελληνοαμερικανός Έβαν Σπηλιοτόπουλος- να αναπαράγουν δημιουργικά και με πνοές ανανεωτισμού, προσθέτοντας μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειες σε καίρια σημεία ή αφαιρώντας ότι κρίθηκε περιττό, το έργο που προετοίμασε το έδαφος για την χρυσή εποχή της Disney. Οι αλλαγές που έγιναν ήταν αρκετές, χωρίς όμως να επηρεάσουν σημαντικά την πλοκή ή την συναισθηματική ισορροπία ανάμεσα στις σκηνές. Κρατώντας το παραπάνω ως δεδομένο, η βελτίωση ή μη του συνολικού αποτελέσματος επαφίεται στην προσωπική κρίση και τις εμπειρίες του κάθε θεατή, κριτήρια καθαρά υποκειμενικά, και οποιαδήποτε απόπειρα ορισμού μιας μοναδικής και αντικειμενικής γραμμής θα ήταν μάλλον εγωιστική.

Παρ’ όλα αυτά, θα χαρακτήριζα τις περισσότερες καινοτομίες στην εισαγωγή και το δεύτερο μισό της ταινίας μάλλον επιτυχημένες. Πολλά από τα νέα στοιχεία συμπλήρωσαν και ενίσχυσαν τον χαρακτήρα των αντίστοιχων αυθεντικών σκηνών (π.χ. η σκηνή χορού στην αρχή, η εμβάθυνση στο παρελθόν του πρωταγωνιστικού διδύμου και οι μικρές σποραδικές αλλαγές στα γραφικά) ενώ ελάχιστα ήταν εκείνα που μάλλον περιέπλεξαν και ξένισαν χωρίς λόγο.

 

Τα βασικότερα όμως ελαττώματα εμφανίστηκαν σε σημεία που αναπόφευκτα θα ξέφευγαν από τον έλεγχο των συντελεστών, όπως η επίπονη μετάβαση από το animation στον κινηματογράφο, που μπορεί εύκολα να συνοδευτεί από έντονη σοβαροφάνεια. Η cartoonish εμφάνιση των έμψυχων αντικειμένων μπορεί με άνεση να παρουσιαστεί και να υποστηριχθεί από μια ταινία κινουμένων σχεδίων, παραμένοντας παράλληλα φιλική και προσιτή, αλλά όταν καλείται να προσαρμοστεί στον πραγματικό κόσμο, με όση επιπλέον αληθοφάνεια αυτό συνεπάγεται, οι μορφές δείχνουν συχνά απόμακρες και δύσκαμπτες. Από κοινού με άλλες ανάλογες, όπως η μετατροπή των σκιών από αλλαγές στα χρώματα σε πραγματική προσομοίωση σκίασης, αυτή η μετάπτωση καθιστά το τελικό αποτέλεσμα ανοίκειο, αφαιρώντας σημαντικό μέρος της παλιάς του αίγλης. Προς τιμήν τους, οι animators έκαναν πραγματικά εξαιρετική δουλειά προσδίδοντας όσο το δυνατόν περισσότερη φυσικότητα στα χαρακτηριστικά και τις κινήσεις, περιορίζοντας το παραπάνω φαινόμενο στο ελάχιστο.

Κυριότερο όμως σημείο αναφοράς, στο οποίο αξίζει ιδιαίτερη μνεία και αποτελεί συναισθηματικό άξονα τις ταινίας, είναι αδιαμφησβήτητα το soundtrack. Οι εντυπώσεις ήταν και εδώ ανάμεικτες· οι νέες ενορχηστρώσεις των κλασσικών τραγουδιών του Alan Menken -που του χάρισαν βραβείο Όσκαρ το 1991- ανανέωσαν την συναισθηματική φόρτιση που τα χαρακτηρίζει, εμπλουτίζοντας τον παλαιό ήχο, αλλά τα κομμάτια που προστέθηκαν έδειχναν μάλλον πρόχειρα και τετριμμένα, αδύναμα να καλύψουν την απουσία του «Human again». Δεν υποστηρίζω ότι ήταν αρνητικά, η μοναδική ωστόσο αίγλη του αυθεντικού ήχου, η μαγεία και η φρίκη που τόσο αβίαστα υπέβαλε ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή, είναι τώρα απόντα (π.χ. το νέο τραγούδι του τέρατος, που επαναφέρει μια χροιά αισιοδοξίας σε σημείο όπου η πλοκή κυλούσε προς την αντίθετη φορά, διαταράσσοντάς την άκομψα).

 

Το τραγούδι-ύμνος της ταινίας, «Beauty and the Beast», από την σκηνή του χορού, αφιερωμένο στην ομορφιά ενός κόσμου που διανθίζεται μέσα από αντιθέσεις, ερμηνεύεται τώρα από την μοναδική Emma Thompson (Μαντάμ Τσαγερό), μέλος ενός μοναδικού cast, όπου κάθε ηθοποιός δείχνει να έχει επιλεγεί για έναν ρόλο φτιαγμένο στα μέτρα του. Η γήινη και εκφραστική Emma Watson είναι ιδανική για τον ρόλο της ταπεινής και δυναμικής Belle, που δεν θα μπορούσε παρά να αναδειχθεί και να λάμψει πλαισιωμένη από συνεργάτες όπως οι Dan Stevens (Τέρας/Πρίγκηπας), Luke Evans (Γκαστόν), Kevin Kline (Μορίς), Josh Gad (Λεφού) και Ian McKellen (Τικιτάκας). Παρά τις γαλλικές καταβολές του παραμυθιού η επιλογή των ηθοποιών είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου βρετανική, με έντονη συχνά βρετανική προφορά. Λαμπρή εξαίρεση αποτελεί ο πολυτάλαντος Ewan McGregor, που προσομοιώνει τέλεια την γαλλική προφορά του Λουμιέρ στα πλαίσια του ρόλου του.

Συμπερασματικά, η νέα «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» σεβάστηκε απόλυτα τον προκάτοχό της, μεταγγίζοντας με αξιοπρέπεια την παράδοση μιας από τις διαχρονικά ποιοτικότερες ταινίες κινουμένων σχεδίων σε ένα σύγχρονο και απαιτητικό μέσο, μπροστά σε ένα σύγχρονο και απαιτητικό κοινό. Οι μικρές και μεγάλες, ανανεωτικές αλλαγές ήταν απαραίτητες για μια τέτοια επιτυχημένη μετάβαση, και στέφθηκαν γενικά από επιτυχία, αν εξαιρέσουμε ίσως κάποιες μικρές, ασήμαντες όπως θα έλεγαν κάποιοι λεπτομέρειες. Η νοσταλγία είναι αυτή που με καθιστά τόσο αυστηρό κριτή, θα συμπλήρωναν. Αδιαμφισβήτητα, έχουν δίκιο. Ας μου επιτρέψουν όμως να απαντήσω με μια απλή ερώτηση· σ’ αυτήν την βαθειά, παιδαριώδη, συνθλιπτική και αναχρονιστική νοσταλγία δεν βασίστηκε και η απόφαση της Disney να επαναφέρει αυτήν την παλιά ιστορία στον κινηματογράφο του 2017;

«Tale as old as time
Song as old as rhyme
Beauty and the Beast»
8.7
Βαθμολογία
Η Πεντάμορφη και το Τέρας (2017)
Με λίγα λόγια
Η νέα «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» σεβάστηκε απόλυτα τον προκάτοχό της, μεταγγίζοντας με αξιοπρέπεια την παράδοση μιας από τις διαχρονικά ποιοτικότερες ταινίες κινουμένων σχεδίων σε ένα σύγχρονο και απαιτητικό μέσο, μπροστά σε ένα σύγχρονο και απαιτητικό κοινό.
Θετικά
Εκπληκτικό, all-star cast.
Βελτιωμένες ενορχηστρώσεις και γραφικά.
Ανανεωτικές αλλαγές στην σκηνοθεσία και το σενάριο.
Αρνητικά
Η ροή του σεναρίου έδειχνε συχνά ασταθής, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας αδικαιολόγητα.
Ελαφριά ακαμψία στην απεικόνιση οικείων χαρακτήρων.