«Phantom Thread» – Κριτική

Ένα καλοστημένο και υπαινικτικό κοινωνικό δράμα; Μία αισθηματική κομεντί διαφορετική από αυτές που δείχνει η τηλεόραση τα μεσημέρια της Κυριακής; Ένα αδιάκοπο κινηματογραφικό κολλάζ πλασμένο από ήχους, εικόνες, σκηνικά και συναισθήματα; Ένα κύκνειο άσμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του (ήδη) θρυλικού πρωταγωνιστή του; Τίποτα από τα παραπάνω, αλλά και όλα μαζί. Το «Phantom Thread», υποψήφιο για έξι Όσκαρ, δεν παύει ποτέ να μας εκπλήσσει. Όχι τόσο χάρη στα απρόβλεπτα κόλπα του ευρηματικού του σεναρίου, αλλά χάρη στην εκπληκτική του ικανότητα να μας κρύβει τις πραγματικές του προθέσεις πίσω από ένα πέπλο αφηγηματικής ομίχλης. Ο Paul Thomas Anderson δεν σκηνοθετεί για πρώτη φορά κάτι τέτοιο, και έχει ξαναφτάσει ως τα χρυσά αγαλματίδια. Αποδεικνύει όμως, και αυτήν την φορά, ότι κάθε άλλο παρά άδικη θα είναι η παρουσία του εκεί.

Το σενάριο θυμίζει μεταφορά του «Πύργου του Downton» σε αστικό τοπίο. Κάποια στιγμή μέσα στην δεκαετία του πενήντα, ο διάσημος Βρετανός σχεδιαστής μόδας Reynolds Woodcock αποφασίζει να κάνει ένα διάλλειμα από την αυστηρή εργασιακή του ρουτίνα για να δειπνήσει στην εξοχή. Εκεί θα γνωρίσει την χαρωπή και γλυκιά σερβιτόρα Alma, που πολύ σύντομα θα μετατραπεί σε σύντροφο, μούσα και βοηθό του. Η σχέση τους θα ξεκινήσει ιδανικά, αλλά πολύ σύντομα ο αυστηρός και ιδιαίτερος χαρακτήρας του Reynolds θα φέρει στην επιφάνεια τις διαφορές τους, και μαζί τους τα πρώτα σύννεφα. Αρκεί ο έρωτας για να κρατήσει ενωμένο ένα ζευγάρι; Και, πάνω απ’ όλα, πόσο εύκολο είναι για μια ιδιοφυία να αποδεχτεί και να εκτιμήσει την πραγματική ομορφιά, όταν αυτή δεν πηγάζει αυστηρά από την σφαίρα της δικής της δημιουργικότητας;

Ο θεματικός κύκλος είναι λίγο πολύ γνωστός, και θυμίζει έντονα κάτι από τον «Λύκο της Στέπας» του Hermann Hesse. Ένας γερασμένος και ιδιοφυής άντρας ζει απομονωμένος σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι πλασμένα στην δική του μορφή. Τότε όμως ανακαλύπτει την χειροπιαστή και απλοϊκή έκφανση της ομορφιάς. Ο κόσμος του όχι μόνο ανατρέπεται, αλλά φτάνει πια στο σημείο να αναρωτιέται αν οτιδήποτε είχε γνωρίσει μέχρι τότε θα μπορούσε να ονομαστεί ομορφιά. Οι επιλογές τότε είναι δύο. Είτε μπορεί να μάθει να παίζει με τους καινούριους κανόνες, είτε να απορρίψει το φως που «μόλυνε» την ερμητική του αυτοεξορία. Συνήθως όμως δεν επικρατεί ποτέ μόνο το ένα. Εναλλάσσονται και τα δύο, σε κύκλους που δείχνουν να επαναλαμβάνονται χωρίς να μένουν ποτέ οι ίδιοι. Αν κρίνουμε από την επιτυχία του «Phantom Thread» να αποδώσει ρεαλιστικά αυτές τις εύθραυστες ψυχολογικές διακυμάνσεις, μπορούμε να μιλήσουμε για το απόλυτο ερωτικό ψυχογράφημα.

Και αυτή ακριβώς η διαπίστωση είναι που το απομακρύνει από την «ρετσινιά» της αισθηματικής κομεντί. Συνήθως, σε ανάλογες περιπτώσεις, έχουμε μια σχεδόν σκόπιμα γλυκανάλατη περίοδο ευτυχίας στην αρχή, μια δραματική κορύφωση, και ένα προβλέψιμο χάπι εντ. Ένα, δύο, τρία. Στο «Phantom Thread» η βελόνα δεν παύει ποτέ να γυρίζει από την λύπη στην ευτυχία και από την εμπιστοσύνη στην αβεβαιότητα, πράγμα που δεν θα ήταν δυνατόν χωρίς την απόλυτη προσήλωση των πρωταγωνιστών στον φαινομενικά ψυχρό προσωπείο των χαρακτήρων τους. Οι Lesley Manville και Vicky Krieps, αλλά ακόμη περισσότερο ο πολυβραβευμένος Daniel Day-Lewis, δείχνουν πολύ συχνά παγεροί και άκαμπτοι. Πίσω από την ακαμψία όμως κρύβονται προσωπικότητες δυναμικές και απρόβλεπτες, που μέχρι και το τελευταίο λεπτό μας αποκαλύπτουν τα όρια του χαρακτήρα τους. Το «υπερκείμενο» έχει εδώ την τιμητική του.

Η μουσική του (πολύ συχνού συνεργάτη του σκηνοθέτη) Jonny Greenwood ακολουθεί πιστά τους κύκλους της απροσδιοριστίας και στοιχειώνει. Το πιάνο και τα έγχορδα είναι και θα είναι ο ιδανικός δρόμος προς το σασπένς και τα Όσκαρ, και ο πολυπράγμων ροκάς δείχνει να το γνωρίζει. Η φωτογραφία και το σενάριο είναι έργα του ίδιου του σκηνοθέτη, και οι ρόλοι του δείχνουν να συνδυάζονται αρμονικά. Η ταινία του είναι υποψήφια για Όσκαρ, όπως άλλωστε και ο ίδιος. Ο Lewis και η Manville είναι επίσης υποψήφιοι, όπως και ο Mark Bridges, υπεύθυνος για τα κοστούμια, που αποτελούν και κεντρικό θέμα της ταινίας. Καθόλου άσχημα, παρόλο που σε όλες τις κατηγορίες είναι μάλλον outsider.

Το «Phantom Thread» μπορεί να είναι ελαφρώς ανιαρό σε κάποια σημεία, αλλά δεν στερείται νοήματος σε κανένα. Για να το κατανοήσουμε, μας καλεί να του αφιερώσουμε όλες μας τις αισθήσεις. Ο μυστηριακός του σουρεαλισμός είναι μια πολύ καλή αφορμή για μια επίσκεψη, ακόμη κι αν η τελευταία μεγάλη παράσταση του Daniel για κάποιους δεν αρκεί. Η ευθύτητα και η επαγγελματικότητά του δεν θα ξεχαστούν ποτέ, και το ρεκόρ του στα Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου δύσκολα θα ξεπεραστεί. Ακόμη και στα Α’ Ρόλου γενικά βλέπει μόνο την σκιά «κάποιας» Katherine Hepburn. Θα μας λείψει, και ελπίζουμε να το ξανασκεφτεί. Ένας και μοναδικός ρόλος που θα ξυπνήσει κάτι μέσα του ίσως και να φανεί αρκετός. Μέχρι τότε, η έκτη και τελευταία του ερμηνεία για τον 21ο αιώνα είναι ακόμη στις αίθουσες. Και αξίζει.

9.1
Βαθμολογία
Phantom Thread (2017)
Με λίγα λόγια
Το «Phantom Thread» είναι ένα οπτικοακουστικό αριστούργημα, ένα εξαιρετικό ερωτικό και συναισθηματικό ψυχογράφημα. Ιδανικό για να ρίξει αυλαία σε μια τεράστια καριέρα.
Θετικά
Εξαιρετική απόδοση των συναισθηματικών διακυμάνσεων των πρωταγωνιστών.
Οσκαρική σκηνοθεσία, φωτογραφία, κοστούμια και σκηνικά.
Αξιοπρόσεκτη μουσική επένδυση.
Αρνητικά
Ελαφρώς βαρετό σε κάποια σημεία.
Η ροή της αφήγησης κυλά υπερβολικά αργά εδώ κι εκεί.
Daniel ξανασκέψου το.