«Ready Player One» – Κριτική

Μπορώ να παραδεχτώ ότι, παρά τα εντυπωσιακά του trailer, το «Ready Player One» αρχικά δεν μου τράβηξε την προσοχή. Υπέθεσα ότι τα θετικά στοιχεία θα σταματούσαν κάπου ανάμεσα στα ρεαλιστικά γραφικά και τα εφέ, και θα έχανα απλά τον χρόνο μου με μια ακόμη αμερικανιά. Ο μόνος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία ήταν ότι «ίσως ο Spielberg ξέρει τι κάνει». Όπως τελικά αποδείχτηκε, η πρώτη εντύπωση είναι πολύ συχνά λανθασμένη. Ο Spielberg ήξερε όντως τι έκανε, και μέσα απ’ την σκηνοθετική του επιμέλεια ξεπήδησε ένα μελλοντικό ίσως cult διαμαντάκι. Οι ταινίες με υπερβολική εξάρτηση από τα γραφικά τους μπορούν να τα πάνε καλά και από πλευράς σεναρίου και εννοιολογικού βάθους, και το «Ready Player One» είναι μέσα σε αυτές που το αποδεικνύουν.

O Wade Watts (Tye Sheridan) έτοιμος να μπει στην OASIS.

Σε ένα δυστοπικό 2045, οι περισσότερες μεγάλες πόλεις του πλανήτη έχουν μετατραπεί σε παραγκουπόλεις με δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την πραγματικότητα οι πολίτες περνούν ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους σε μια ψηφιακή πλατφόρμα προσομοίωσης ζωής με θεωρητικά απεριόριστες δυνατότητες, την OASIS. Μετά τον θάνατό του, ο δημιουργός της OASIS James Halliday θα αφήσει πίσω του έναν γρίφο για δυνατούς λύτες. Όποιος κατορθώσει να εντοπίσει τρία «πασχαλινά αυγά»* μέσα από διάφορες δοκιμασίες, εντός της προσομοίωσης, θα κληρονομήσει τα δικαιώματα χρήσης του OASIS καθώς και μια τεράστια περιουσία. Ο νεαρός Wade Watts, ή αλλιώς Parzifal, όπως είναι το ηλεκτρονικό του όνομα, είναι ένας απ’ τους εκατομμύρια ανθρώπους που προσπαθούν να ξεκλειδώσουν το μυστικό που θα τους οδηγήσει σε αμύθητα πλούτη και μια καλύτερη ζωή. Απέναντί του όμως θα συναντήσει μια πανίσχυρη πολυεθνική, την ΙΟΙ, διατεθειμένη να αποκτήσει τον έλεγχο του OASIS με κάθε μέσο.

*(ο ευφημισμός «Easter Egg» υποδηλώνει μια συνήθως καλά κρυμμένη «έκπληξη» που μπορεί κανείς να εντοπίσει σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι και δεν προβλέπεται από το επίσημο σενάριο του παιχνιδιού).

Που τελειώνουν τα όρια του πραγματικού όταν κάθε χρήστης μπορεί να διαμορφώσει στην εντέλεια τον χαρακτήρα που θα τον αντιπροσωπεύει; Βασικότατο φιλοσοφικό ερώτημα. Πριν όμως βουτήξει στα βαθιά, ο σκηνοθέτης φροντίζει να συνθέσει μια συγκινητική αναφορά στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και την ποπ κουλτούρα. Αμέτρητοι χαρακτήρες και θέματα από ταινίες, καρτούν, συγκροτήματα και ρετρό ηλεκτρονικά παρελαύνουν στην οθόνη. Από δημιουργίες άλλων σπουδαίων σκηνοθετών (Robert Zemeckis, Ridley Scott, Stanley Kubrick…) στους New Order και τους Duran Duran. Απ’ τον «Sonic» και το «Halo» στον Freddy Kruger και τον Chucky. Απ’ το Plymouth Fury του «Christine» στην εκπληκτική μεταφορά του «The Shining», στο Atari 2600 και το «The Iron Giant», στα «Back to the Future» και «King Kong» αλλά και στους Bee Gees. Το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε («Ready Player One» του Ernest Cline) περιέχει αρκετές αναφορές και σε ταινίες του ίδιου, αλλά ο Spielberg προτίμησε να τις αποφύγει.

Στον κόσμο της OASIS όλα είναι λαμπερά και ψηφιακά.

Προφανώς, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την συνεισφορά του CGI. Περίπου το 60% της ταινίας λαμβάνει χώρα σε ψηφιακά περιβάλλοντα, που εκτός από μεγάλη ακρίβεια στην εκτέλεση απαίτησαν και τεράστιες ποσότητες εφευρετικότητας. Κάθε ηλεκτρονικό αντικείμενο οφείλει να εκφράζει κάτι συγκεκριμένο, και ανάλογες δόσεις ρεαλισμού ή cartoonish στοιχείων θα έπρεπε να επιλεχθούν με προσοχή. Τίποτα δεν δείχνει τυχαίο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο σενάριο, που γράφτηκε υπό την επίβλεψη του συγγραφέα του βιβλίου. Δείχνει σε κάθε σημείο αυθεντικά καλογραμμένο και περίπλοκο, με αρκετές απρόβλεπτες ανατροπές και πολύ καλή αφομοίωση των αμέτρητων θεματικών του κύκλων. Τα εφέ εδώ δεν μονοπώλησαν, όπως συμβαίνει συνήθως. Αποτύπωσαν σωστά όλα όσα έκρυβαν πίσω τους, χωρίς όμως να χρειαστεί να «καθαρίσουν» για χάρη τους.

Η δράση είναι καταιγιστική, και για να αποδοθεί σωστά χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του motion capture. Οι νεαροί ηθοποιοί που επιστρατεύθηκαν (Tye Sheridan, Olivia Cooke, Lena Waithe κλπ.) ερμήνευσαν εξαιρετικά, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσα από τα ψηφιακά τους αντίστοιχα. Οι παλιές καραβάνες, όπως οι Ben Mendelsohn, Simon Pegg αλλά κυρίως ο βραβευμένος με Όσκαρ Mark Rylance, είχαν ανάλογη διπλή παρουσία, χωρίς φυσικά να υπολείπονται. Για την σύνθεση του soundtrack είχε αρχικά συμφωνήσει ο διαχρονικός συνεργάτης του Spielberg, John Williams. Εξαιτίας όμως υποχρεώσεων με την μουσική επιμέλεια του «The Post», του ίδιου σκηνοθέτη, αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να αντικατασταθεί από τον Alan Silvestri, διαχρονικού συνεργάτη του Robert Zemeckis. Ο μουσικός του «Forrest Gump» προφανώς δεν μας απογοήτευσε, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στην ποιότητα που ξεχειλίζει από κάθε πτυχή της ταινίας.

Σχόλια για την σκηνοθεσία και την φωτογραφία είναι περιττά, όποιος εμπιστεύεται τον Spielberg μπορεί να το καταλάβει. Αρκεί να αναφερθούν δύο μόνο σημεία κλειδιά, που μπορούν να συνοψίσουν και το γιατί θα πρότεινα το «Ready Player One» σε έναν 20χρονο ή έναν 60χρονο ανεξαιρέτως. Το πρώτο είναι ότι είναι ψαγμένο, πραγματικά ψαγμένο. Το δεύτερο, ότι έχει συνδυάσει με επιτυχία κάθε είδος εικαστικής ομορφιάς, από κλασικά όπως το σενάριο μέχρι σύγχρονα όπως τα αληθοφανή γραφικά, για να συγκινήσει οποιονδήποτε έχει ανοιχτό μυαλό και μπορεί να αντικρίσει το μέλλον. Είναι μια ταινία που δικαιώνει όλους όσους δεν ντρέπονται να παραδεχτούν ότι κάποτε καταπιάστηκαν με πράγματα «εφήμερα» που όμως μέσα από την κοινή αγάπη όλων πέρασαν τελικά, με κάποιον τρόπο, στην αθανασία. Όσοι απ’ την άλλη κατάφεραν να το ξεχάσουν, ίσως το θυμηθούν τώρα.

9.2
Βαθμολογία
Ready Player One (2018)
Με λίγα λόγια
Το «Ready Player One» είναι μια ταινία εξαιρετική από κάθε άποψη, μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας που πίσω της κρύβει αμέτρητα άλλα υποείδη και θεματικούς κύκλους. Προτείνεται σε οποιονδήποτε αποφασισμένο ότι έχει και παρελθόν και μέλλον.
Θετικά
Εκπληκτικές ερμηνείες, βαθύ σενάριο, καθηλωτικά γραφικά
Αμέτρητα στοιχεία από την ποπ κουλτούρα έχουν ληφθεί υπ’ όψη και συνδυαστεί τέλεια.
Μακάρι να γίνει κλασική στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, το αξίζει.
Αρνητικά
Υπάρχουν ίσως κάποια κενά στο σενάριο, και κάποιες «τυχερές» στιγμές, που όμως δεν επηρεάζουν την αφηγηματική ροή.