Η αμφιλεγόμενη «Σιωπή» του Martin Scorsese

Όπως κάθε νέα ταινία του Scorsese, η «Σιωπή» είναι ένα έργο έτοιμο να προσκαλέσει αντιδράσεις. Ενώ όμως οι περισσότερες από αυτές έγκεινται σε εκθειαστική διάθεση, η τελευταία ταινία του αγαπημένου σκηνοθέτη έχει προκαλέσει μερικά από τα δυσμενέστερα σχόλια από μια μερίδα του ελληνικού κοινού ως προς την ποιότητα και το θέμα. Πολλοί λένε κιόλας πως ο Scorsese έχασε το άγγιγμα του Μίδα που μας χάρισε ταινίες σαν τον «Ταξιτζή» και τα «Καλά Παιδιά» και πως κατέληξε στην αποτυχία. Ποια είναι όμως η τελική αλήθεια;

Εφόσον αυτό το κείμενο δεν σκοπεύει σε μια απλή κριτική ανάλυση της ταινίας, το σενάριο θα ήταν μια καλή αρχή. Κατά τον 17ο αιώνα ο Χριστιανισμός βρίσκεται υπό διωγμό στην Ιαπωνία, με τους εκπροσώπους των Σογκούν να αναγκάζουν τους χριστιανούς Ιάπωνες αλλά και τους ίδιους τους ιεραποστόλους να αποστατήσουν με την απειλή του βασανισμού και του θανάτου.

Σε αυτό το φόντο, οι δύο Ιησουίτες μοναχοί Ροντρίγκες και Γκαρούπε (Andrew Garfield και Adam Driver, αντίστοιχα) αναλαμβάνουν να συνεχίσουν το έργο της ιεραποστολής, έχοντας όμως και ένα απώτερο κίνητρο: να μάθουν την αλήθεια πίσω από τις φήμες αποστασίας του μέντορα τους και αρχηγού της Ιεραποστολής πατρός Φερέιρα (Liam Neeson). Όμως η παρακολούθηση αυτής της ιστορίας εξελίσσεται μέσα από τα μάτια του Ροντρίγκες, ο οποίος μέσα από τα μαρτύρια των υπολοίπων χριστιανών προσπαθεί να ακούσει την φωνή του Θεού για να πάρει κουράγιο, αλλά το μόνο που συναντά είναι η σιωπή Του.

Ο Scorsese στήνει μια ιστορία που μπορεί να φανεί κάπως ασυνεπής στο κοινό. Η ταινία δεν υπακούει ιδιαίτερα στον «κανόνα» αρχή-μέση-τέλος, αντιθέτως όμως δεν υπάρχει κάποιος ουσιαστικός χωρισμός, πέρα ίσως από τον χωρισμό της στα δύο μέρη, το ένα αφιερωμένο στην ιεραποστολή και τους διωγμούς, ενώ το δεύτερο στα ζητήματα πίστης και αμφιβολίας. Αντίστοιχα, οι διάλογοι στο πρώτο μισό της είναι λίγοι και κάπως λακωνικοί, ενώ στο δεύτερο μισό είναι μακροσκελείς, σε σημείο που κανείς θα μιλούσε για φλυαρία. Και όλα αυτά σίγουρα δεν μπορεί να τα ευνοήσει η διάρκεια του έργου, η οποία αγγίζει τα 161 λεπτά!

Και στην σκηνοθεσία του όμως ο Scorsese δεν μοιάζει να ακολουθεί το στυλ που τον έχει αναδείξει. Αντίθετα, οι γρήγοροι ρυθμοί και η cool αισθητική του πρότερου έργου του αντικαθίστανται με μια μουντή ατμόσφαιρα και αργούς ρυθμούς που μπορούν να θυμίσουν περισσότερο ευρωπαϊκή ταινία. Μπορεί ο Scorsese να μην έχει φανεί ποτέ να διστάζει να φέρει θρησκευτικές θεματικές μέσα στις ταινίες του (πιο τρανταχτά με τον «Τελευταίο Πειρασμό» και το «Kundun»), εδώ όμως είναι η πρώτη φορά που το κάνει μέσα από τα μάτια χριστιανών μοναχών που θυματοποιούνται, σε σημείο μάλιστα να έλεγε κανείς πως είναι σκόπιμο.

Και αυτό είναι που συμβαίνει. Μεγάλη μερίδα του κοινού κατακερματίζει την ταινία με σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και την κατάσταση επιβαρύνει εξίσου ο τρόπος που ο χαρακτήρας του Garfield μοιάζει στον Ιησού, τόσο εμφανισιακά όσο και αλληγορικά. Αυτή η στοχοποίηση δείχνει πραγματικά να ενοχλεί το κοινό, σε σημείο που δεν το αφήνει να ασχοληθεί με την αναζήτηση ενός οποιουδήποτε άλλου μηνύματος στην ταινία.

Μήπως όμως κάπου εδώ κρύβεται μια αδικία σε βάρος της ταινίας;

Ξεκινώντας καθαρά απ’ το καλλιτεχνικό κομμάτι, η ταινία σίγουρα είναι από τις λιγότερο αναγνωρίσιμες του Scorsese ως προς το στυλ. Δεδομένης όμως της ηλικίας του, ο 74χρονος σκηνοθέτης δείχνει πως μπορεί να αλλάξει αν χρειαστεί το ύφος του και να προσφέρει κάτι διαφορετικό. Μέσα από τους αργούς ρυθμούς του, καταφέρνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα εφάμιλλη μιας ταινίας του Σουηδού Ingmar Bergman, του Ρώσου Andrei Tarkovsky, αλλά και του Αμερικάνου Terrence Malick. Όλες αυτές οι ταινίες είχαν, ασφαλώς, αργούς ρυθμούς, πάντα όμως διέπονταν από την απαράμιλλη ομορφιά της φύσης και την ποίηση της εικόνας. Ακόμη και όταν το κέντρο τους φαίνονταν οι άνθρωποι, η ουσία ήταν πίσω από τις λέξεις.

Δεν είναι τυχαίο όμως που η ταινία του Scorsese είναι και αρκετά πιο πληθωρική από τις ταινίες των δασκάλων του, μιας και φαίνεται να γνωρίζει πότε η φύση πρέπει να παίρνει πρώτο ρόλο στο πλάνο και πότε απλά να είναι το κατάλληλο φόντο για τον άνθρωπο που βρίσκεται στο κέντρο. Και με τον ίδιο τρόπο δουλεύει και με τους ηθοποιούς του, οι οποίοι φαίνονται να γνωρίζουν πως μεγαλύτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του έργου παρά οι κινήσεις και οι εκφράσεις τους, οι οποίες είναι ξεκάθαρα νατουραλιστικές. Αυτό όμως δεν εμποδίζει κανέναν από αυτούς να λάμψει ουσιαστικά και να αποδείξει το ταλέντο του (ειδικά ο Garfield που και στο «Hacksaw Ridge» δείχνει πως έχει καλό μέλλον).

Η εύστοχη μουσική των Kim Allen και Kathryn Kluge απαρτίζεται από τους ήχους της φύσης και όχι κάποιες συγχωρδίες, δημιουργόντας ένταση σχεδόν μέσα από ένα υπο-ήχο. Η μουντή φωτογραφία του Rodrigo Prieto καταφέρνει να αναδείξει ακόμη περισσότερο την ταινία, αναδεικνύοντας το γοητευτικό και συνάμα αφιλόξενο περιβάλλον της ταινίας. Αλλά και το μοντάζ της παντοτινής συνεργάτιδας του Scorsese Thelma Schoonmaker δίνει περιθώρια ανάσας στον θεατή, όσο κουραστική και αν είναι σε σημεία η αφήγηση.

Και από εκεί καταλήγουμε τόσο στο background όσο και το θέμα της ταινίας. Η «Σιωπή» βασίζεται στο έργο του συγγραφέα Shūsaku Endō, το οποίο εκδόθηκε μάλιστα το 1966. Ο ίδιος ο συγγραφέας του, μάλιστα, είχε δηλώσει πως ο ίδιος, καθότι Ιάπωνας χριστιανός, είχε υποστεί και εκείνος στο παρελθόν διώξεις. Με την «Σιωπή», όμως, κατάφερε να φωτίσει την περίοδο των διωγμών των χριστιανών στο Ναγκασάκι κατά τον 17ο αιώνα όχι απλά μέσω μιας καλής έρευνας, αλλά και ενός βαθύτατου μυθιστορήματος που βάζει τον αναγνώστη σε δεύτερες σκέψεις μέσα από την ταύτιση με τον κεντρικό του ήρωα.

Και ο Scorsese το ένοιωσε αυτό στο πετσί του. Θέλοντας ο ίδιος να ασπαστεί την ιεροσύνη σε νεαρή ηλικία, ποτέ δεν φάνηκε να ξεχνά αυτήν την κλίση του, θέτοντας πολλές φορές στην αφήγησή του σκηνές που είτε ήταν γυρισμένες σε εκκλησίες είτε αναζητούσαν κάποιο θείο νόημα. Και από εκεί καταλήγουμε στην προηγούμενη πραγματικά αμφιλεγόμενη ταινία του, τον «Τελευταίο Πειρασμό».

Και γιατί ήταν αμφιλεγόμενη αυτή η ταινία; Γιατί ο πρωταγωνιστής της, ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ήταν ένας εντελώς ανθρώπινος χαρακτήρας που δεν ήθελε τον ρόλο του και που, σε μια σκηνή ονειροφαντασίας, εγκαταλείπει τον σταυρό και οδηγείται στον γάμο με την Μαρία Μαγδαληνή. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες αντιδράσεις προήλθαν από χριστιανικές οργανώσεις στην Ελλάδα, οι οποίες βρέθηκαν να προσπαθούν να εμποδίσουν την προβολή της ταινίας, όπως επίσης δεν είναι τυχαίο που ο «Τελευταίος Πειρασμός» βασίζεται στο ομώνυμο έργο του πάντα επίκαιρου και σχεδόν αιρετικού Νίκου Καζαντζάκη.

Και σε εκείνη την περίπτωση, όμως, ο κόσμος δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται το βαθύτερο νόημα και τον κυρίαρχο στόχο στη κάθε ταινία. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την αναζήτηση της θέσης του ανθρώπου σε μια κοινωνία που τον απορρίπτει περιορίζοντας την ελευθερία του και που τον θεωρεί εχθρό της, αλλά και για τον θριάμβο του πνεύματος αυτού του ήρωα, ο οποίος μέσα από την αποτυχία καταφέρνει να παραμείνει ανθρώπινος μέσα από τις μεγαλύτερες δυσκολίες και τα πιο σκληρά διλήμματα, όσο και να απέχει από την ελευθερία που τόσο ποθεί.

Και ναι, αυτό ακούγεται σαν πολλές Οσκαρικές ταινίες. Οι ταινίες «Milk», «12 Χρόνια Σκλάβος»,»Dallas Buyers Club», «Selma» και «Το Παιχνίδι της Μίμησης» είναι μόνο μερικά παραδείγματα ταινιών που έχουν κερδίσει τουλάχιστον ένα Όσκαρ και έχουν βρεθεί και υποψήφιες ως Καλύτερη Ταινία. Και έχουν και ένα εξαιρετικά σημαντικό κοινό: όλες είναι εμπνευσμένες από αληθινά γεγονότα, ακόμη και όσες είναι βασισμένες σε μυθιστόρημα. Γιατί ο Φερέιρα της «Σιωπής» δεν ήταν φανταστικό πρόσωπο, αλλά αληθινός ιεραπόστολος, όπως αληθινός ήταν και ο «12 Χρόνια Σκλάβος» Σόλομον Νόρθαπ, ο ομώνυμος «Milk» ή και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ του «Selma».

Το βασικότερο κοινό, όμως, όλων αυτών των ταινιών είναι πως όλες ασχολούνται, πέρα από τον άνθρωπο, και με μια μειονότητα που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζει προβλήματα. Σε περιόδους που στην Αμερική γίνονται ακόμη ρατσιστικοί φόνοι, όπου ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων δεν είναι ακόμη νόμιμος και που τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται καθημερινά, τέτοιες ταινίες μπορούν να συγκινήσουν τον οποιοδήποτε και να κριθούν παραπάνω από επίκαιρες, καθώς αυτά είναι σε πολλά σημεία προβλήματα για πολλούς.

Και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί δεν θα θεωρήσουν την «Σιωπή» επίκαιρη, μιας και κατά το μεγαλύτερο του μέρος ο σύγχρονος δυτικός κόσμος δεν σχετίζεται με θρησκευτικούς διωγμούς. Όμως, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ταινίες που αναφέραμε, η «Σιωπή» δεν εκτυλίσσεται στον Δυτικό Κόσμο, αλλά στην Ανατολή, που καθημερινά προσπαθεί να αγγίξει και να ξεπεράσει την Δύση,  που οι Δυτικοί ακόμη και σήμερα προσπαθούν να εκμεταλλευτούν. Μια Ανατολή όπου έχει την δική της κουλτούρα και θέλει να την υπερασπιστεί, πολλές φορές στα όρια του φονταμενταλισμού και που, εν τέλει μέχρι σήμερα διώκει τον χριστιανισμό σε κάποιες από τις χώρες της, συχνά με τίμημα τον θάνατο.

Θα ήταν άδικο να δώσουμε μια τέτοια εικόνα της Ανατολής ως σύνολο, και σε αυτό δεν αποσκοπούμε στο ελάχιστο. Μήπως όμως το δυτικό κοινό δεν μπορεί να ταυτιστεί με το δράμα της ταινίας, αφού δεν τοποθετείται σε κάτι που δεν έχει βιώσει ο ίδιος; Ή μήπως, ακόμη, τυχαίνει να συνάδει και με το αντιχριστιανικό κλίμα το οποίο επικρατεί σε πολλούς διαδικτυακούς τόπους, το οποίο φέρει αρνητισμό σε ό,τι σχετίζεται με τον Χριστιανισμό και δεν καθυστερεί να ειρωνευτεί την όποια αντίθετη θέση; Μήπως, τελικά, ακόμη και στην ίδια την πολιτισμένη Δύση υπάρχουν κάπως διαφορετικοί οι ίδιοι διωγμοί, απλά εξελιγμένοι σε μέσα;

Ο Scorsese, όμως, φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τι κάνει. Και με το θρησκευτικό του παρελθόν κάνει μια ταινία για την θρησκεία εν καιρό διωγμού, όχι για τον διωγμό καθ’ αυτόν. Κάνει μια ταινία για την αμφιβολία του ήρωα, ο οποίος δεν μπορεί να συνηθίσει τον «μεσσιανικό» του ρόλο και αναζητά βοήθεια. Μια βοήθεια που δεν μπορεί να έρθει, καθώς ο Θεός παραμένει βυθισμένος στη σιωπή. Και έτσι, καταλήγει σε μια ταινία που δεν είναι ποτέ ανάλαφρη, ποτέ δεν δίνει περισσότερα στο κοινό απ’ όσα προτίθεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης να δώσει και που, εν τέλει, δεν ολοκληρώνεται δίνοντας κάποια ελπίδα στους ήρωες της ταινίας ή στο νόημα του αγώνα τους, πάρα την υπόνοια πως η ελπίδα υπάρχει, απλά παραμένει σιωπηλή ακόμη και μετά τους τίτλους τέλος.

Και γι’ αυτόν τον λόγο η «Σιωπή» δεν έχει πολλές ελπίδες στα φετινά Όσκαρ. Όχι τόσο επειδή είναι κακό έργο, αλλά επειδή δεν ανταποκρίνεται στους κανόνες που μπορεί να θέσει το Hollywood σε μια ταινία που θα αναδειχθεί στην Καλύτερη Ταινία της Χρονιάς, ακόμη και αν αυτή η ταινία μπορεί να αξίζει τον τίτλο περισσότερο από τις πιο πολλές από αυτές που είναι υποψήφιες γι’ αυτόν. Και, όσον αφορά τον Martin Scorsese, η καριέρα του δεν φαίνεται να έχασε το κύρος της, αλλά αντίθετα να αναγεννήθηκε. Και αυτό μόνο επαίνους αξίζει.

Silence

Silence
9

Θετικά

  • Σοκαριστική ιστορία.
  • Τρομερή ατμόσφαιρα.
  • Νατουραλιστικές ερμηνείες.
  • Ο Martin Scorsese στα καλύτερα του.

Αρνητικά

  • Αργός ρυθμός
  • Θεματικά διφορούμενο.
Μοιραστείτε το: