«Skyfall» – Κριτική

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

«Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσεις τον χαρακτήρα του Τζέημς Μποντ»; Αυτή η ερώτηση έχει περάσει από το μυαλό πολλών σεναριογράφων και σκηνοθετών από την στιγμή που ξεκίνησε η εταιρία MGM να μεταφέρει στην οθόνη τα κατασκοπικά μυθιστορήματα του πρώην κατασκόπου Ιαν Φλέμινγκ πριν ακριβώς 50 χρόνια. Όσο μάλιστα περνούσαν τα χρόνια, ο πρωταγωνιστικός ρόλος πήγαινε από τα χέρια του ενός ηθοποιού σε κάποιον άλλο, νεότερο  που είχε την δική του ταυτότητα και στυλ. Όλοι Βρετανοί, όλοι αρρενωποί. Όμως αυτό από μόνο του δεν επαρκούσε. Παρότι όλοι οι ηθοποιοί έγιναν παραπάνω από συμπαθείς στο κοινό, δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το στυλ του Σον Κόνερι, του πρώτου ηθοποιού που υποδύθηκε το ρόλο. Μάλιστα, στην προσπάθεια να τον ξεπεράσουν κατέληξαν να θεωρηθούν μερικές φορές κακά αντίγραφά του. Και οι σεναριογράφοι, ενώ έπρεπε να προσπαθήσουν να προσφέρουν κάτι καινούργιο που να συμβαδίζει με τις τάσεις της κάθε εποχής στους χαρακτήρες, αντίθετα ακολούθησαν τις ίδιες συνταγές που δεν οδηγούσαν πουθενά, όπως τα ανόητα ονόματα των ερωμένων του πρωταγωνιστή και τους κακούς χωρίς βάθος και με απώτερο σκοπό την καταστροφή/κυριαρχία του κόσμου.

Μέχρι που ήρθε ο Ντάνιελ Κρεγκ και ανέλαβε τον κεντρικό ρόλο. Οι αντιδράσεις σηκώθηκαν σαν θύελλα να τον κατασπαράξουν, αλλά κανείς δεν πρόβλεψε την θύελλα που ερχόταν. Η απόφαση των παραγωγών να ξεκινήσουν από την αρχή με τον ήρωα μεταφέροντας το πρώτο μυθιστόρημα του Φλέμνγκ, «Casino Royale», αποδείχθηκε πάρα πολύ σοφή. Ο νέος Μποντ έγινε πιο ρεαλιστικός πλησίαζε πιο πολύ τα πρότυπα της εποχής του απ’ ότι ο Μπρόσναν, παρότι δεν είχε τίποτε από την κοσμοπολίτικη αρχοντιά των προκατόχων του. Όμως ο Κρεγκ ήξερε πως δεν μπορεί να ξεπεράσει τον Κόνερι, και πήρε την απόφαση να μην προσπαθήσει καν να τον μιμηθεί. Η ταινία πέρα από μεγάλη εισπρακτική επιτυχία έγινε και αρκετά αρεστή στους φαν, οι οποίοι την κατατάσσουν μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της σειράς, πολύ συχνά στην πρώτη θέση. Παρότι ακολουθήθηκε από την μέτρια συνέχεια  «Quantum of Solace», το μέλλον του Τζέημς Μποντ φαινόταν εξασφαλισμένο στα χέρια του Κρεγκ, αν και αυτή η νέα εποχή που εισήγαγε ο Bond για τη σειρά δεν είχε σχεδόν τίποτα κοινό με τις προηγούμενες ταινίες.

Και έφτασε η στιγμή που κυκλοφόρησε το 23ο έργο της σειράς, με τον μυστήριο τίτλο «Skyfall». Η ταινία ευτυχώς δεν ακολουθεί την δαιδαλώδη συνομωσία του Quantum, με την οποία ασχολούνταν οι 2 προκάτοχοί της, αλλά με κάτι εντελώς καινούργιο. Αρχικά παρακολουθούμε μια καταδίωξη, όπου ο Τζέημς μαζί με την πράκτορα Ιβ (η έγχρωμη Ναόμι Χάρις των «28 Μέρες Μετά» και των «Πειρατών της Καραϊβικής») καταδιώκουν στην Κωνσταντινούπολη ένα δολοφόνο ο οποίος απ’ ότι φαίνεται έχει κλέψει ένα σκληρό δίσκο που ανήκει στην ΜΙ6. Η καταδίωξη καταλήγει στην κορυφή ενός τρένου, με τον 007 να παλεύει με τον αντίπαλό του, με την Ιβ να παρακολουθεί την σκηνή προσπαθώντας στοχεύσει καθαρά τον αντίπαλο. Και ενώ η πράκτορας δεν μπορεί να πυροβολήσει, η αρχηγός της υπηρεσίας Μ διατάζει να ρίξει, με αποτέλεσμα η βολή να πετύχει τον Τζέημς και να τον πετάξει από το τρένο και να βοηθήσει τον δολοφόνο να αποδράσει. Αμέσως μετά παίρνουν θέση οι σουρεαλιστικοί τίτλοι αρχής με το δυνατό κομμάτι της ποπ τραγουδίστριας Adele να ακούγεται. Αργότερα, παρακολουθούμε τα επακόλουθα της απόφασης της Μ. Αποκαλύπτεται πως ο σκληρός δίσκος περιείχε τα ονόματα όλων των πρακτόρων που βρίσκονται σε μυστικές αποστολές κάτω από κάλυψη και με τον απεσταλμένο του υπουργείου Μάλορι (ο Ραλφ Φάινς που είναι γνωστός σε όλους σαν ο πολύ κακός Βολντεμορτ του Χάρι Πότερ) να την έχει στήσει στον τοίχο. Και ενώ όλα δείχνουν πως από πίσω πρέπει να κρύβεται κάποιος δαιμόνιος χάκερ με πιθανό κίνητρο την εκδίκηση, μια ξαφνική έκρηξη καταστρέφει τα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας. Και τότε ο Τζέημς κάνει την επιστροφή του, καταβεβλημένος τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά, καθώς όπως λέει και ο ίδιος στην Μ «απολάμβανε τον θάνατο». Κάπως έτσι ξεκινάει το ταξίδι του σε Σαγκάη και Μακάο για να βρει τον εγκέφαλό που κρύβεται πίσω από την επίθεση στην ΜΙ6 πριν αποκαλύψει όλα τα ονόματα των πρακτόρων.

Πριν αρχίσουμε την γενικότερη ανάλυση, ένας μεγάλος έπαινος αξίζει να δοθεί στον διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, τον εννιά φορές υποψήφιο για Όσκαρ Ρότζερ Ντίκινς. Η ταινία έχει μια τρομερή ατμόσφαιρα, ξεκινώντας από τους νέον φωτισμούς της πόλης του μέλλοντος Σαγκάης και των κοκκινωπών φωτισμών του Μακάο ως το σκοτεινό Λονδίνο και τις υπέροχες εκτάσεις της Σκοτίας που παρακολουθούμε στο 3ο μέρος του έργου. Τέτοιους φωτισμούς έχουμε να δούμε στη σειρά από τις ταινίες του Σον Κόνερι της δεκαετίας του ’60. Το ταλέντο του Ντίκινς κάνει την ταινία να έχει την ομορφότερη και σαγηνευτική ατμόσφαιρα που έχουμε δει τόσο στην 50ετή πορεία του Μποντ στις αίθουσες, όσο και γενικότερα αυτή τη χρονιά.

Συνήθως οι παραγωγοί της σειράς προτιμούσαν να προσλαμβάνουν για την σκηνοθεσία των ταινιών της σειράς άτομα που φημίζονταν κυρίως για περιπέτειες και ταινίες δράσης, αλλά ελάχιστες φορές «κανονικούς» σκηνοθέτες, που όμως να έχουν γενικότερα πείρα με τον κινηματογράφο. Αυτή την φορά όμως για την θέση προσελήφθη για την δουλειά ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης του «American Beauty» Σαμ Μέντες. Αυτή είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει τα ηνία στη σειρά ένας Οσκαρούχος σκηνοθέτης, για τον οποίο είναι μεγάλο στοίχημα να γυρίσει με επιτυχία μια περιπέτεια με ήρωα τον Βρετανό πράκτορα. Και επακολούθως ο Μέντες δεν απογοητεύει καθόλου. Ενώνει ένα καταπληκτικό καστ και βγάζει από τον καθένα τον καλύτερό του εαυτό. Το κάθε πλάνο δένει σχεδόν τέλεια με το επόμενο, η κάθε κίνηση έχει σημασία και ο κάθε ηθοποιός κινείται σαν να είναι ο χαρακτήρας που υποδύεται με τρομερή χάρη. Και μπορούμε να πούμε πως για «πρωτάρης» στο είδος σκηνοθέτης τα καταφέρνει περισσότερο από καλά με τις σκηνές δράσης, οι οποίες είναι λιγότερες από αυτές των προηγούμενων έργων αλλά είναι καλοδουλεμένες και καθόλου πρόχειρες, με υποδομή, οργάνωση και άριστη εκτέλεση.

Ο Μέντες όμως δεν θα μπορούσε να κερδίσει το στοίχημα χωρίς το τρομερό σενάριο που κλήθηκε να γράψει ο Τζον Λόγκαν (υποψήφιος για Όσκαρ για τα «Gladiator», «Aviator» και «Hugo»). Η πλοκή της ταινίας είναι πρωτότυπη για τα στάνταρ του franchise, με τους διαλόγους να κλέβουν την παράσταση. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό επαναφέρεται δυναμικά η αίσθηση του χιούμορ στη σειρά, η οποία δένει με τρομερό τρόπο με την δράση της ταινίας. Αυτό το στοιχείο είχε απεμποληθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς στις τελευταίες ταινίες του Μπρόσναν βασίλευε μια φτηνιάρικη και κακόγουστη εκδοχή του, ενώ οι 2 προηγούμενες ταινίες με τον Κρεγκ στο ρόλο ήταν σκοτεινότερες και το χιούμορ είτε απουσίαζε είτε είχε μαύρες προεκτάσεις. Το σενάριο διαθέτει επίσης ένα βάθος, καθώς οι περισσότεροι χαρακτήρες έχουν σκοπό ύπαρξης, και ερευνούνται μερικές νέες πτυχές του χαρακτήρα του Μποντ που, παρότι δεν λένε πολλά, δίνουν στην ταινία αρκετή ένταση για να κρατήσει τους θεατές στη θέση τους. Μαζί με το «Casino Royale» κατακτούν τη θέση των πιο καλογραμμένων περιπετειών της σειράς, με το «Skyfall» όμως να γίνεται πιο μεστό και να ακουμπάει ταυτόχρονα το ρυθμό των περιπετειών του Τζέησον Μπορν και το επίπεδο των ψυχροπολεμικών ιστοριών του Τζον Λε Καρέ (όπως το «Και ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλυ» που γυρίστηκε πέρυσι με τον Γκάρι Όλντμαν για τον κινηματογράφο με σκηνοθέτη τον Σουηδό Τόμας Άλφρεντσον).

Και εδώ (ευτυχώς) επαληθεύεται η ευχή και κατάρα που θέλει τον κάθε ηθοποιό που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο να είναι πιο άνετος στο ρόλο απ’ ότι στις προηγούμενες ταινίες του. Ο Ντάνιελ Κρεγκ μέσα από την ταινία έχει την ευκαιρία να αναδείξει τα υποκριτικά του ταλέντα και να επιτύχει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του αλλά και την καλύτερη που έχει δοθεί για τον συγκεκριμένο ρόλο. Δίνοντας περισσότερο βάθος στο ρόλο από τους προκατόχους του, ο Κρεγκ προσθέτει πολλά χαρακτηριστικά στο ρόλο από τις ιστορίες του Φλέμιγκ που δεν τα είχαμε ξαναδεί επί της οθόνης. Εν τω μεταξύ, εδώ γυρίζει εν μέρει το στυλ του σε αυτό του Κόνερι, φορώντας κοστούμια που θυμίζουν έντονα τον τελευταίο αλλά χωρίς να αλλοιώνει το προσωπικό του στυλ, χάρη στο οποίο κέρδισε το κοινό με το «Casino Royale».

Όμως εδώ επιστρέφει έντονα και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ταινιών του Κρεγκ, που θέλει τις αισθησιακές γυναίκες που θα εμφανιστούν να έχουν μικρότερο ρόλο στην ταινία και, ευτυχώς, όχι τα γελοία υπαινικτικά ονόματα που βλέπαμε συνεχώς στο παρελθόν. Ούτε ο χαρακτήρας της πράκτορος Ιβ κάνει κάποια μεγάλη εντύπωση, αφού η σχέση της με τον συνάδελφό της είναι περισσότερο στα λόγια και όχι τις πράξεις, ούτε το σεξαπίλ της εκρηκτικής Γαλλίδας Μπερενίς Μαρλό μένει στη μνήμη του θεατή, γιατί αν και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων χαρακτήρας ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ενώ η «δικιά μας» Τόνια Σωτηροπούλου εμφανίζεται μόνο σε τρία στιγμιαία πλάνα. Εδώ όμως έχουμε μια ωραία έκπληξη, καθώς αποκαλύπτεται πως το Bond Girl της ταινία στην πραγματικότητα είναι η Μ!

Ναι, αλήθεια! Η Τζούντι Ντενς έχει συμμετάσχει σε έξι ταινίες στο παρελθόν κουβαλώντας αυτό το ρόλο στις πλάτες της και από την αρχή έδινε περισσότερο χαρακτήρα απ’ ότι οι άντρες προκάτοχοί της (ανατρέξτε στον πρώτο της διάλογο με τον Μποντ του Μπρόσναν στο «GoldenEye» και θα καταλάβετε). Μόνο που η έβδομη της εμφάνιση είναι και η καθοριστική της. Καθ’ όλη την ταινία διατηρεί μια άριστη χημεία με τον Μποντ του Κρεγκ, τον οποίο έχει στηρίξει από την αρχή της θητείας του στην υπηρεσία. Ποτέ δεν αφήνει τον ρόλο της να υποπέσει σε φτηνούς συναισθηματισμούς, ενώ διατηρεί την σκληρότητα που έφερε μαζί της από την πρώτη της ταινία στη σειρά. Όμως το σπουδαιότερο είναι πως για πρώτη φορά κάνει κατανοητό το νόημα αυτού του Μ: μητέρα.

Το σημαντικότερο όμως χειροπιαστό προτέρημα της ταινίας είναι η εμφάνιση του Χαβιέ Μπαρδέμ στο ρόλο του «κακού» της ταινίας Σίλβα. Γνωστότερος για την εμφάνιση του σαν ψυχρός δολοφόνος στο έργο των αδερφών Κοέν «Καμία Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» (όπου βραβεύτηκε και με Όσκαρ), ο ταλαντούχος Ισπανός ηθοποιός καλείται να υποδυθεί τον χάκερ-τρομοκράτη που επιτίθεται στην ΜΙ6, έχοντας τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Συνδυάζοντας μια απαράμιλλη σκληρότητα με έντονο χιούμορ και θεατρικότητα στον χαρακτήρα του ο Μπαρδέμ δεν καταφέρνει μόνο να γίνει ένας πιστευτός κακός και ικανός αντίπαλος για τον Μποντ, αλλά αμέσως κατατάσσεται ανάμεσα στους καλύτερους αντιπάλους του ήρωα. Η κάθε λεπτομέρεια είναι σωστή, καθώς υποδύεται ένα χαρακτήρα με μεγάλο βάθος, που είναι ρεαλιστικός και λιγότερο καρτουνίστικος από παλαιότερους κακούς στης σειράς, αν και θα  υπάρξει και αυτή η μικρή παραμόρφωση που όταν φανεί θα κάνει κάθε ραχοκοκαλιά να τρίξει από ρίγος. Με αυτή την επιλογή το στούντιο απέδειξε πως είναι πολύ καλή ιδέα να προσλαμβάνονται για τους ρόλους των αντιπάλων του ήρωα βραβευμένοι με Όσκαρ ηθοποιοί, οι οποίοι θα μπορούν να αφήσουν το στίγμα τους τόσο στην ταινία όσο και στην σειρά.

Ένα τελευταίο στοιχείο της  ταινίας που αξίζει να συζητηθεί είναι οι αξιοπρόσεκτοι δευτερεύοντες ρόλοι. Ο Ραλφ Φάινς υποδύεται με στυλ τον Γκάρεθ Μάλορι, έναν γραφειοκράτη του υπουργείου με αμφίβολες προθέσεις. Πολλές φήμες ακολουθούσαν το όνομα του, από την καλύτερη εικασία ως την χειρότερη. Δεν θα σας αποκαλύψουμε τι συμβαίνει με τον χαρακτήρα, όμως κάνεις δεν θα παραπονεθεί. Ο νεαρός Μπεν Γουίνσο εμφανίζεται σαν Q, μια ιδιοφυΐα των κομπιούτερ που προκαλεί γέλιο στις σύντομες συνδιαλέξεις του και κάνει κάτι διαφορετικό από τον βετεράνο Ντέσμοντ Λουέλυν, παρότι χρησιμοποιεί τις κλασικές του ατάκες όπως «τώρα δώσε προσοχή, 007» ή «φέρε τον εξοπλισμό σου αρτιμελή για μια φορά, παρακαλώ». Και αυτή η ιδιαίτερη σχέση που υπήρξε στις προηγούμενες ταινίες ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες ανανεώνεται. Εδώ είναι εντονότερη η παρουσία του Ρόρι Κινίαρ σαν πράκτορα Τάνερ, γραμματέα της Μ. Η Ναόμι Χάρις σαν Ιβ έχει έντονο χιούμορ και ενδιαφέρουσα εξέλιξη, ενώ η Μπερενίς Μαρλό σαν Σεβερίν είναι ενδιαφέρουσα αλλά ψυχρή, παρότι το κάνει για να εξυπηρετήσει το σενάριο. Τέλος, αξίζει να σταθούμε στον μεγάλο ηθοποιό Άλμπερτ Φίνεϋ που κάνει την εμφάνισή του στο τελευταίο μέρος της ταινίας σε έναν ενδιαφέροντα ρόλο έκπληξη, όπως συνηθίζει τα τελευταία χρόνια σε πολλές κινηματογραφικές παραγωγές.

Η ταινία εν τέλει, καταφέρνει να επαναφέρει στον κόσμο του Κρεγκ-Μποντ την παράδοση των παλιότερων ταινιών με τρομερό τρόπο. Κάθε σκηνή έχει την δική της αναφορά στο παρελθόν, είτε με κάτι που υπάρχει στον χώρο είτε με μια ατάκα που θα ξεπηδήσει από το στόμα ενός ηθοποιού. Και σε αυτό βοηθάνε και τα νοσταλγικά ρετρό κοστούμια του Κρεγκ ενώ μια από τις σημαντικότερες επανεμφανίσεις, που στο σινεμά απέσπασε ένα από τα πιο αυθόρμητα χειροκροτήματα που έχω γίνει μάρτυρας, είναι αυτή της παλιάς αλλά παντοτινά αγαπημένης  Aston Martin DB5, η οποία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην τρίτη ταινία της σειράς, «Goldfinger». Στις πιο πρόσφατες ταινίες είχαμε παντού τα μεγάλα τεχνολογικά gadgets που προσπαθούσαν να τους προσθέσουν κύρος και να ρίξουν κάτω σαγόνια, αλλά από κάποια στιγμή και ύστερα ξέφυγαν από την υπερβολή και έκαναν κατανοητή την ανάγκη του franchise να επιστρέψει στους παλιούς, καλούς τρόπους. Και υπάρχει και αυτή η αποκάλυψη που έρχεται στο τελευταίο μισάωρο του έργου για την σημασία του τίτλου, η οποία θα βρει τον θεατή απροετοίμαστο, καθώς αποκαλύπτεται μέσα σ’ ένα συγκλονιστικά ονειρικό τοπίο.

Αυτό το κατάλαβε ο Μέντες και από την στιγμή που ανακοινώθηκε η ταινία δήλωσε πώς έχει σκοπό με την προσπάθειά του να αποδομήσει το είδος και να το ξαναφτιάξει από την αρχή. Και σαν μεγάλος δημιουργός καταφέρνει να τηρήσει την υπόσχεσή του. Με πολλές αναφορές, ένα εξαιρετικό καστ και με την βοήθεια ενός άξιου σεναριογράφου κατάφερε να δώσει την προσωπικότητά του στην ταινία και να μην κάνει κάτι στατικό όπως πολλοί από τους προκατόχους του, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως δεν έχει και μερικά λάθη ή ελλείψεις. Όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να τιμήσει επάξια την 50η επέτειο από την έναρξη της σειράς. Και αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο πρέπει να δώσετε προσοχή σε αυτή την ταινία.

Γιατί το «Skyfall» κερδίζει επάξια τον τίτλο της καλύτερης ταινίας στη σειρά, κάνοντας μας κάτι ξεκάθαρο: ο Τζέημς Μποντ θα επιστρέψει!

ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *