“Stoker” – Κριτική

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

 

Κάθε φορά που λες μια ιστορία, περισσότερη σημασία δεν έχει τόσο το σενάριο όσο ο τρόπος με τον οποίο αυτός ο «μύθος» θα ειπωθεί.

Συνήθως όποτε παρακολουθούμε κάποια ταινία κρίνουμε από το σενάριο της με βάση τις ανατροπές, την ίντριγκα, τους διαλόγους και την πρωτοτυπία του και, σχεδόν σίγουρα, το γενικότερο σύνολο του έργου. Παρ’ όλα αυτά, όσο καλό και να είναι το σενάριο, αν δεν βρεθεί στα χέρια των κατάλληλων συντελεστών τότε δεν θα έχει την επιτυχία που θα μπορούσε να έχει. Για παράδειγμα, έχουμε παρατηρήσει πολλές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, είτε το αρχικό υλικό ήταν κινηματογραφική ταινία είτε ήταν κάποιο κλασικό μυθιστόρημα (πολύ διαφορετικός ο εξαιρετικός «Ανθρωποκυνηγός» του Μάικλ Μαν από τον μέτριο «Κόκκινο Δράκο» του Μπρετ Ράτνερ, βασισμένα όλα στο εξαιρετικό πρώτο βιβλίο του Τόμας Χάρις με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ ως «κακό»). Όμως υπάρχουν και σενάρια που, αν και φτωχά σε αρκετά σημεία, καταφέρνουν να λάμψουν εξαιτίας ενός δημιουργού που μπορεί να διαχειριστεί το υλικό του κατάλληλα και με τον απαραίτητο σεβασμό (πρόσφατο παράδειγμα το «Drive» του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν).

Μια παρόμοια περίπτωση είναι και το «Stoker». Το σενάριό του Γουένγουορθ Μίλλερ (ναι, ο Μάικλ Σκόφιλντ από το δημοφιλές «Prison Break» σεναριογράφος!) ακολουθεί την εκκεντρική και εσωστρεφή νεαρή Ίντνια, η οποία μετά από το μυστηριώδες ατύχημα του πατέρα της  έρχεται αντιμέτωπη με τον ερχομό του αδερφού του πατέρα της, Τσάρλι, ο οποίος ταράζει την ζωή τόσο της χήρας μητέρας της όσο και της ίδιας. Η πρώτη σεναριακή δουλειά του Μίλλερ είναι ικανοποιητική σε γενικές γραμμές, όμως ποτέ δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Εκφράζει συνεχώς την έμπνευσή του από την φιλμογραφία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ενώ όλη η ταινία είναι φόρος τιμής στο «Shadow Of A Doubt», αφού μοιράζονται τόσο τον δολοφονικό δεσμό του θείου με την ανιψιά του όσο και τον μυστηριώδη «θείο Τσάρλι».

Αυτή η επιρροή γίνεται σχεδόν κατάρα του σεναρίου, καθώς το τελευταίο δεν είναι ποτέ πρωτότυπο και μερικές φορές γίνεται κλισέ. Οι χαρακτήρες δεν έχουν βάθος, κάποιες στιγμές οι ενέργειές τους δεν έχουν νόημα, ενώ υπάρχει και μια υπερβολή σε κάποια σημεία. Παρ’ όλα αυτά, η πλοκή δεν κάνει κοιλιές, πάντα υπάρχει εξέλιξη και οι ανατροπές, όσο προβλεπόμενες και να είναι, δουλεύουν υπέρ του σεναρίου.

Είμαι σίγουρος πως στα χέρια του οποιουδήποτε Αμερικάνου σκηνοθέτη η ταινία δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια χαμένη ευκαιρία. Όμως τα σκηνοθετικά ηνία τα ανέλαβε ο Κορεάτης Τσαν-Γουκ Παρκ, γνωστός για το υπεβίαιο του αριστούργημα «Oldboy» και με προηγούμενη δουλειά του το βαμπιρικό νουάρ «Δίψα». Και ενώ πολλοί αξιόλογοι Ασιάτες σκηνοθέτες έχουν κάνει το άλμα τους στην Αμερική με μετριότητες (παρά την οσκαρική του επιτυχία για την «Ζωή του Πι», ο Ανγκ Λη είχε γυρίσει το κατά πολύ υποτιμημένο «Hulk» το 2003), ο Παρκ επέλεξε ένα σωστό πρώτο πρότζεκτ. Με πλάνα που καθηλώνουν, με λυρισμό και αριστοτεχνική σκηνοθεσία ο Κορεάτης  επιτυγχάνει να κρατήσει το μάτι μας καρφωμένο στην οθόνη. Και την ατμόσφαιρα την ενισχύει ο μόνιμος διευθυντής φωτογραφίας του Τσονγκ-Χουν Τσονγκ και τον μουσικό επενδυτή Κλιντ Μανσέλ, οι οποίοι βοηθούν στην διαμόρφωση ενός ονειρικού έργου.

Όμως και η επιλογή των ρόλων είναι ακριβής. Η Νικόλ Κίντμαν ερμηνεύει την μητέρα της Ίντια με περίσσια χάρη, δείχνοντας πως από τη μια δεν παύει να είναι ο άγγελος που ερωτευόμασταν και πριν 15 χρόνια, ενώ από την άλλη πως είναι ακόμη εδώ και πως οι διάφορες λανθασμένες επιλογές δεν μπορούν να την στιγματίσουν για πάντα. Στο ρόλο του θείου Τσάρλι έχουμε τον Μάθιου Γκουντ, ο οποίος καταφέρνει μέσω αυτού του έργου να αναδείξει τις υποκριτικές του ικανότητες, μετά από την τελευταία του γνωστή εμφάνιση ως Οζυμαντύας στο «Watchmen» του Ζακ Σνάιντερ. Αρκετές φορές μας τρομάζει, άλλες αποτελεί ένα δελεαστικό αίνιγμα. Και παρότι στο τέλος του δευτέρου μέρους της ταινίας αρχίζει να γίνεται υπερβολικός, πάντα διατηρεί μια δελεαστική αύρα να τον περιβάλλει και να μας αιχμαλωτίζει.

Είναι περιττό να πούμε πως την παράσταση την κλέβει η Μια Γουασικόφσκα στο ρόλο της νεαρής Ίντια, ενός δύσκολου παιδιού διαφορετικού από τα άλλα. Είναι ρόλος παρόμοιος με αυτόν που είχε ως Μπαρτονική «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», μόνο που εδώ πάει ένα βήμα παραπέρα: δεν ερμηνεύει ένα απλά περίεργο κορίτσι στην εφηβεία,  ΕΙΝΑΙ ο ρόλος! Περισσότερο θηλυκή απ ό ποτέ (κακά τα ψέματα, οι ρόλοι ταινιών εποχής δεν αναδεικνύουν την ομορφιά μιας γυναίκας), όσο και περισσότερο περιπετειώδης. Για την Γουασικόφσκα αυτός είναι ρόλος ενηλικίωσης, μια ευκαιρία που η νεαρή ηθοποιός δεν διστάζει να αρπάξει.

Με λίγα λόγια, το Stoker πρόκειται για ένα ενδιαφέρον έργο. Σίγουρα, το σενάριο δεν θα μας αποτυπωθεί στη μνήμη, όμως τα υπόλοιπα θα μας κερδίσουν: το παγωμένο χαμόγελο του Γκουντ, η σεξουαλικότητα της Κίντμαν, τα υπέροχα γαλάζια μάτια της Γουασικόφσκα, η άριστη τοποθέτηση των πάντων από τον Γουκ, έναν τους καλύτερους εν ζωή Ασιάτες σκηνοθέτες. Η ταινία μπορεί να δυσαρεστήσει αρκετούς, δεν είναι για όλους. Αν εκτιμάτε τις αναφορές της ταινίας τότε θα εκτιμήσετε και το ίδιο το έργο. Αν είσαστε αγνώμονες, μπορείτε απλά να ερωτευτείτε με την ομορφιά του ή, τελικά, να το μισήσετε. Δείτε το και κρίνετε!