«The Dark Tower» – Κριτική

Έπειτα από αμέτρητες καθυστερήσεις, η σειρά βιβλίων του Stephen King «The Dark Tower» απέκτησε τελικά εκπρόσωπο στην μεγάλη οθόνη. Ήδη από το 2007 η φημολογία ήταν έντονη. Τα στούντιο, οι σκηνοθέτες (J. J. Abrams) και οι πρωταγωνιστές (Javier Bardem, Russell Crowe, Liam Neeson…) μίας πιθανής κινηματογραφικής παραγωγής εναλλάσσονταν συχνά κάθε λίγους μήνες. Η επίσημη ανακοίνωση ήρθε τον Απρίλιο του 2015 από την Columbia Pictures, με τον Nikolaj Arcel στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Δύο χρόνια μετά, η προσδοκία όλη αυτή η αναμονή τελικά να άξιζε θα είναι σίγουρα δικαιολογημένη, τουλάχιστον για τους οπαδούς των βιβλίων. Ας καταβάλουμε λοιπόν μία προσπάθεια να φανούμε -συγκρατημένα- επιεικείς.

Ήταν εκ προοιμίου σαφές ότι, σε αντίθεση με το αρχικό πλάνο, η ταινία θα λειτουργούσε ως sequel των γεγονότων των βιβλίων, και όχι ως πιστή αναπαραγωγή τους. Το σενάριο συνδυάζει αμέτρητα στοιχεία από όλα τα μέρη της western fantasy σειράς. Θέματα από άλλα έργα του πολυαγαπημένου συγγραφέα της (π.χ. «The Shining») είναι επίσης παρόντα.

 

Η ιστορία ξεκινά κάπως ανορθόδοξα, μέσα από την οπτική ενός παιδιού από την Νέα Υόρκη. Μια σειρά από ρεαλιστικούς εφιάλτες τον αναστατώνει για μήνες, και έρχεται σταδιακά στην ζωή μέσα από τα σκίτσα του. Οι πάντες γύρω του τα υποβαθμίζουν ως αλληγορία της πρόσφατης απώλειας του πατέρα του, αλλά όταν ο ίδιος θα έρθει αντιμέτωπος με την ζοφερή πραγματικότητα δεν θα διστάσει να περάσει την πύλη που θα τον οδηγήσει σε μια εναλλακτική πραγματικότητα. Εκεί όπου ένας μοναχικός πιστολέρο, ένας σατανικός μάγος, οι δικές του πνευματικές δυνάμεις και ένας πολύτιμος μαύρος πύργος περιπλέκονται γύρω από το μέλλον ολόκληρου του σύμπαντος.

Ακούγεται εντυπωσιακό, σωστά; Για να είμαστε ειλικρινείς είναι, εν μέρει. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τις εξαιρετικές ερμηνείες και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσεις που εδράζονται στην μυθολογία του King. Ένας λάτρης των action ταινιών θα περάσει ίσως ένα ευχάριστο απόγευμα. Κατά τα άλλα, το «The Dark Tower» ήταν απογοητευτικά ελλιπές σε οποιονδήποτε άλλο τομέα. Το σενάριο δεν θύμιζε σε τίποτα ένα πραγματικό sequel  της ομώνυμης οκταλογίας, αλλά ένα συνοπτικό ποτ πουρί κάποιων βασικών στοιχείων από τα βιβλία με στόχο να κινήσει την περιέργεια του θεατή προς αυτά. Αν κριθεί ως αυτόνομο θέαμα δεν κατορθώνει ούτε να εντάξει σωστά το θεατή στην δική του πραγματικότητα, ούτε και να τον ωθήσει να αισθανθεί συμπόνια για την επικείμενη κατάληξή της.

Οι βαρετές και ασύνδετες set the scene σκηνές καταλαμβάνουν περίπου το ένα τρίτο μιας ασθενικής διήγησης που αναζητά μανιωδώς δική της ταυτότητα. Χαρακτηριστικά, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσει κανείς σε πιο ακριβώς είδος υπάγεται. Επίσημα περιγράφεται ως «science fantasy western». Ωστόσο, τα στοιχεία western περιορίζονται στα (πανέμορφα) περίστροφα εμφυλίου και σε μία διάχυτη γλαφυρότητα τύπου «ο τελευταίος των Μοϊκανών». Η επιστημονική φαντασία θυμίζει περισσότερο μια high-tech εκδοχή του Harry Potter, με επίγευση Van Helsing.

Η φιέστα έλλειψης συνοχής, σε συνδυασμό με όλα τα νέα στοιχεία που πρέπει να επεξεργαστεί ο θεατής που δεν είναι εξοικειωμένος με την μυθοπλασία του King, δημιουργεί σύγχυση. Μετά το τέλος δεν είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς έχουμε παρακολουθήσει, και γιατί κάτι από όλα αυτά ήταν σημαντικό. Μια ταινία τουλάχιστον δύο ωρών θα μπορούσε να έχει διαχειριστεί το υλικό της προφανώς καλύτερα, αλλά η εξωφρενικά μικρή διάρκεια (95’) στενεύει τα περιθώρια ακόμη περισσότερο.

Στα θετικά θα μπορούσε να ξεχωρίσει η πολύ επιτυχημένη επιλογή του cast. Ο Idris Elba είναι πραγματικά επιβλητικός πίσω απ’ τα πιστόλια του φτωχού και μόνου καουμπόη Ρόλαντ, σε μια εξαιρετική ερμηνεία. Ο Matthew McConaughey, στον ρόλο του «τα κάνει όλα και συμφέρει» κακού μάγου Γουόλτερ επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τον τίτλο «McConaissance» που έχει αποδοθεί στην στροφή της καριέρας του από το 2012 και έπειτα.

Όπως προανέφερα, τα στοιχεία μιας καλής action ταινίας ευτυχώς δεν λείπουν. Το CGI είναι εξαιρετικό, είτε σε σκηνές καταιγιστικής δράσης είτε σε slow motion. Η κάμερα κινείται σωστά, εναλλάσσοντας μακρινά και κοντινά πλάνα ανάλογα με τις ανάγκες τις πλοκής, χωρίς να κουράζει. Το soundtrack του Tom Holkenborg, τυπικού συνεργάτη του Hans Zimmer, ταιριάζει ιδανικά στο κλίμα απώλειας και αβεβαιότητας που διαπερνά την ραχοκοκαλιά της διήγησης, χωρίς όμως να τραβά την προσοχή επάνω του.

Δυστυχώς, η «βλέπουμε κάτι τύπους που κάνουν κάτι πράματα» τάση που δείχνει να επικρατεί σε πολλές σύγχρονες ταινίες δράσης τείνει να εξελιχθεί σε μάστιγα. Τελευταίο θύμα, η πολυαναμενόμενη απήχηση του οκτάτομου «έπους» του King στην μεγάλη οθόνη. Θα περιμέναμε κάτι καλύτερο κρίνοντας από αντίστοιχες μεταφορές, όπως τα «The Shining», «Misery» και «Carrie». Η αρτιότητα στα τεχνικά χαρακτηριστικά μπορεί ενδεχομένως να «σώσει» μια ταινία από την καταστροφή. Όχι όμως και να υποκαταστήσει τις έννοιες της συνοχής και της πληρότητας στο σενάριο. Και σε αυτούς τους τομείς, το «The Dark Tower» αποτυγχάνει. Κι αυτό γιατί, ομολογουμένως, μερικές δεκάδες «α, ισχύει κι αυτό…» είναι υπεραρκετά για μια ταινία 95 λεπτών…

Υ.Γ. Προβλέπεται η παραγωγή τηλεοπτικής σειράς με το ίδιο θέμα και συντελεστές, για να γεμίσει τα «κενά» στα backstories των πρωταγωνιστών. Ευχόμαστε να μην είναι πολύ αργά για κάποιου είδους εξιλέωση…

5.9
Βαθμολογία
The Dark Tower (2017)
Με λίγα λόγια
Θα περιμέναμε κάτι καλύτερο κρίνοντας από αντίστοιχες μεταφορές, όπως τα «The Shining», «Misery» και «Carrie».
Θετικά
Εξαιρετικές ερμηνείες και σκηνοθεσία.
Soundtrack και CGI διατηρούν την ταινία σε ένα καλό επίπεδο.
Αρνητικά
Πολλές αναγνωριστικές σκηνές σε πολύ μικρή διάρκεια.
Σύγχυση όσον αφορά την πληθώρα θεμάτων της ταινίας.
Μετά το πρώτο σαρανταπεντάλεπτο ξυπνήστε με.