«Ο Τελευταίος Σαμουράι» – Πίσω από την ιστορία

Για την θρησκεία κάποιων ορεινών λαών της άπω ανατολής, κατά την μετά θάνατον ζωή η ψυχή επιστρέφει στον αγαπημένο της τόπο, στον τόπο που της προσέφερε γαλήνη και ευδαιμονία κατά την παραμονή της στα επίγεια. Αν αυτός δεν υπήρχε, και ο άνθρωπος περιδιάβαινε μόνος και ανήμπορος να ξεφύγει από τις Ερινύες και τα λάθη του, τότε βρισκόταν στην κόλαση. Μια τέτοια κατατρεγμένη ψυχή, ο ξεπεσμένος Αμερικανός λοχαγός Nathan Algren, με παρελθόν στιγματισμένο από ενοχές και εγκλήματα, και πιόνι ενός πολιτισμού που επικροτεί την ατιμία, την φιλαργυρία και την απάθεια, θα αναζητήσει την τύχη του στην μακρινή χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.

Έχοντας εγκαταλείψει τον εαυτό του στο έλεος του αλκοολισμού θα αψηφήσει τον θάνατο· εκείνος όμως θα του δώσει ξανά και ξανά την ευκαιρία να ανακαλύψει τον δικό του χαμένο παράδεισο. Ένας βαθιά πληγωμένος και προδομένος κώδικας τιμής, πειθαρχίας και αξιοπρέπειας θα ξεδιπλωθεί μπροστά του, και μέσα από την ηρωική του αυτοθυσία θα τού προσφέρει αυτό που οι επιλογές του τού είχαν φαινομενικά αμετάκλητα στερήσει· κάτι για το οποίο θα άξιζε να πεθάνει, έχοντας πια λόγους για να ζήσει.

Η πρωτοβουλία για την παραγωγή του «Τελευταίου Σαμουράι» («The Last Samurai») ανήκε στον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Vincent Ward, που βασίστηκε στο σχετικό σενάριο του John Logan (σεναριογράφου και στα «Gladiator» (2000) και «Aviator» (2004)). Αφού προσέγγισε αρκετούς σκηνοθέτες (μεταξύ των οποίων και ο Francis Ford Coppola) o Ward κατέληξε στον Edward Zwick («Blood Diamond» (2006)). Τα γυρίσματα έλαβαν χώρα κυρίως στην Νέα Ζηλανδία και κοντά στο ηφαίστειο Taranaki, που προσομοιάζει το αντίστοιχο ιαπωνικό Fuji, ενώ κάποιες σκηνές γυρίστηκαν και σε ιαπωνικές πόλεις όπως το Κιότο.

Ωστόσο, παρά την εξαιρετική απόπειρα των συντελεστών να αποδώσουν με ακρίβεια το κλίμα της εποχής, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα γεγονότα της ταινίας είναι βασισμένα στην ιαπωνική ιστορία, και όχι πιστή της απεικόνιση. Η αλυσίδα των πραγματικών γεγονότων ανάγεται πίσω στο μακρινό 1600, όταν ο Tokugawa Ieyasu εξασφάλισε τον έλεγχο ολόκληρης της Ιαπωνίας μετά την νίκη του στην μάχη της Σεκιγκαχάρα. Το πολίτευμα της χώρας για τους επόμενους αιώνες θα ήταν μια μορφή στρατιωτικής δικτατορίας, με ανώτατο άρχοντα τον «Σογκούν», που ασκούσε ο ίδιος την εξουσία στην θέση του αυτοκράτορα. Παρά τις αυξανόμενες επισκέψεις ευρωπαίων εμπόρων και ιεραποστόλων, βασική θέση του οίκου Tokugawa ήταν ότι οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή θα απειλούσε την σταθερότητα του καθεστώτος. Έτσι, για αρκετές δεκαετίες, η Ιαπωνία θα διατηρούσε στάση άκρατου απομονωτισμού, που θα την απόκοπτε από τον υπόλοιπο κόσμο και θα καθυστερούσε την τεχνολογική και ιδεολογική της πρόοδο.

Η κατάσταση αυτή όμως δεν θα κρατούσε για πάντα, και το 1853 τέσσερα αμερικανικά πλοία υπό τον αρχιπλοίαρχο Matthew Perry (όχι αυτόν απ’ τα «Φιλαράκια») κατέφθασαν στο ιαπωνικό λιμάνι Έντο και απαίτησαν την επαναφορά των εμπορικών σχέσεων της Ιαπωνίας με την δύση. Η θέα των πανίσχυρων θωρηκτών έπεισε τους Ιάπωνες ότι έπρεπε πια να συμμορφωθούν με την νέα τάξη πραγμάτων, και σε αντίθεση με τους Κινέζους, που επιχείρησαν να αντισταθούν και το πλήρωσαν με μακροχρόνιους πολέμους, αποφάσισαν να εκμοντερνίσουν την χώρα τους. Οι κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις μέσα στα επόμενα χρόνια ήταν ραγδαίες, για να κλιμακωθούν την διετία 1868-69 με τον «Πόλεμο του έτους του δράκου» (Boshin War) ανάμεσα στους υποστηρικτές του παλαιού καθεστώτος και στις δυνάμεις της αλλαγής, που τερματίστηκε με την επικράτηση των δεύτερων. Ο Tokugawa Yoshinobu, δέκατος πέμπτος Σογκούν της οικογένειας Tokugawa, παραιτήθηκε και παρέδωσε την εξουσία στον αυτοκράτορα Meiji.

Τίποτα πια δεν θα εμπόδιζε την ανάδειξη της Ιαπωνίας σε μία σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία· ο σιδηρόδρομος, ο τηλέγραφος, τα νέα και θανάσιμα όπλα, ακόμη και ο ευρωπαϊκός ρουχισμός ήταν λίγες μόνο από τις αλλαγές που επήλθαν σε μια παραδοσιακή φεουδαλική κοινωνία μέσα σε διάστημα μικρότερο των είκοσι ετών. Επιπλέον, οι σαμουράι, η παλαιά άρχουσα τάξη πολεμιστών, έβλεπαν πολλά από τα ειδικά τους προνόμια να εξανεμίζονται, καθώς κανείς δεν τους είχε πια ανάγκη. Αναμφίβολα, κάποιες φωνές θα απαιτούσαν περισσότερη υπομονή και σωφροσύνη σε αυτήν την ξέφρενη πορεία εκσυγχρονισμού. Ένας από αυτούς, ο Saigō Takamori, έμπνευση για τον Moritsugu Katsumoto της ταινίας, θα ήταν ο ηγέτης της τελευταίας και πιο σοβαρής εξέγερσης κατά της νέας εξουσίας· της επανάστασης Satsuma, από την πόλη στην οποία ενέδρευε.

Ο πολέμαρχος Σάιγκο Τακαμόρι είχε πολεμήσει υπέρ του αυτοκράτορα κατά την διάρκεια του πολέμου του έτους του δράκου, συμβάλλοντας έτσι στην πρόοδο της Ιαπωνίας, αλλά πολύ σύντομα αυτομόλησε και τάχθηκε υπέρ των παραδοσιακών αξιών. Ξεκινώντας από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1877, σε μια εκστρατεία που διήρκησε περίπου έξι μήνες, οι υποστηρικτές του έδωσαν αρκετές μάχες με τους αυτοκρατορικούς, χωρίς να μπορούν να αντισταθούν απέναντι στην αριθμητική και τεχνολογική τους υπεροχή. (Η άκρως εντυπωσιακή σκηνή μάχης στην ομίχλη του δάσους είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας, καθώς ο άοπλος και απομονωμένος Τακαμόρι ηττήθηκε σε κάθε μάχη που έδωσε.

Η απειρία των αντιπάλων του ήταν επίσης αδικαιολόγητη, αφού είχαν κατά πάσα πιθανότητα γευθεί τον πόλεμο ήδη από το 1868). Ο επίλογος γράφτηκε στην μάχη της Shiroyama, στις 24 Σεπτεμβρίου, όπου περίπου 500 (από τους αρχικούς 20000) σαμουράι βρέθηκαν αντιμέτωποι με 30000 αντιπάλους. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις βομβάρδιζαν τις θέσεις τους καθ’ όλη την διάρκεια της νύχτας και, με το χάραμα, οι σαράντα τελευταίοι επιζώντες κινήθηκαν εναντίον τους κρατώντας μόνο τα ξίφη τους, προς ένα βέβαιο θάνατο.

Ο Σάιγκο Τακαμόρι με στολή Ευρωπαίου αξιωματικού, ανάμεσα στους αξιωματικούς του. Από γαλλική εφημερίδα του 1877.

Οι αρχές και τα ιδανικά που υπερασπίστηκαν πέρασαν στην αθανασία, και οι ίδιοι στο πάνθεον των ηρώων που προτίμησαν να θυσιάσουν τις ζωές αντί για τις ιδέες τους. Ωστόσο, οι προθέσεις πίσω από την ηχηρή τους αντίθεση απέναντι στην αλλαγή ήταν αρκετά διαφορετικές από την ρομαντικοποιημένη εκδοχή της ταινίας. Ελάχιστοι ήταν οι σαμουράι που τάχθηκαν ανοιχτά κατά του εκμοντερνισμού αυτού καθ’ εαυτού. Οι περισσότεροι, βλέποντας τα ξεχωριστά προνόμια της τάξης τους να χάνονται, αντιστάθηκαν εγωιστικά στην εκπαραθύρωσή τους από την κορυφή της ιαπωνικής κοινωνικής πυραμίδας.

Μια χώρα πρόθυμη να κλείσει την πόρτα στο παρελθόν της και να βαδίσει προς το μέλλον δεν είχε ανάγκη μια παρωχημένη τάξη πολεμιστών με ειδικά προνόμια, πολλά από τα οποία ήταν προκλητικά μεσαιωνικά, π.χ. απαλλαγή από την φορολογία, απαγόρευση ενασχόλησης με το εμπόριο, το δικαίωμα να σκοτώσουν όποιον χωρικό θεωρούσαν ότι τους προσέβαλε κ.α., και πολύ λογικά προσπάθησε να τα περιορίσει. Υπήρξαν μάλιστα αρκετές περιπτώσεις σαμουράι οι οποίοι αποκήρυξαν με προθυμία τα προνόμιά τους για χάρη της προόδου, και ανέλαβαν υψηλές θέσεις στο νέο ιαπωνικό κράτος. Από αυτήν την οπτική γωνία ο ίδιος ο όρος «ο τελευταίος σαμουράι» είναι μάλλον αδόκιμος, καθώς όσοι από αυτούς φέρθηκαν με σύνεση δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αφομοιώθηκαν.

Ο ίδιος ο Τακαμόρι είχε υποστηρίξει δυναμικά τον εκμοντερνισμό του ιαπωνικού στρατού, και φαίνεται σε πολλές φωτογραφίες να φορά στολή ευρωπαίου αξιωματικού. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της ταινίας ότι είχε απορρίψει τα πυροβόλα όπλα (για ανόητους λόγους), ο ίδιος είχε ιδρύσει σχολή εκπαίδευσης πυροβολικού για χάρη της επανάστασής του, μετά την ρήξη με τον αυτοκράτορα. Οι σαμουράι χρησιμοποιούσαν όπλα βασισμένα στην πυρίτιδα για αιώνες (όλες οι σκηνές μάχης στην ταινία «Ran» του Ακίρα Κουροσάβα γίνονται με μουσκέτα) χωρίς ποτέ να θεωρήσουν ότι παραβιάζουν την ιδεολογία τους.

Η φιλοσοφία ζωής που ακολουθούσαν, το «Bushido», αφορούσε κυρίως ηθικές αξίες όπως η τιμή και η εγκράτεια, ανεξάρτητες του τεχνολογικού πλαισίου. Η πραγματική αφορμή της επανάστασης του Τακαμόρι, όπως φαίνεται και από το σύνθημά της «Νέα κυβέρνηση, υψηλή ηθική», ήταν οι -κατά την άποψη του ίδιου- διεφθαρμένοι πολιτικοί, ακατάλληλοι να οδηγήσουν την χώρα στην νέα εποχή. Ο λόγος για τον οποίο κατέφυγε σε παραδοσιακά όπλα, από κάποια στιγμή και μετά, ήταν ότι τα απαραίτητα πυρομαχικά είχαν τελειώσει· δεν είχε άλλη επιλογή.

Ο θεσμός των ξένων ειδικών, που κατέφθαναν από Ευρώπη και Αμερική δελεασμένοι από τους ουτοπικούς μισθούς (το 1874 αμείβονταν με το 33,4% του προϋπολογισμού του κράτους), κυριάρχησε στην Ιαπωνία των διαρκών μεταρρυθμίσεων, και δεν αφορούσε αποκλειστικά την στρατιωτική εκπαίδευση· επιστήμονες, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, ναυπηγοί, ακόμη και καλλιτέχνες άφησαν πίσω τις παλιές τους ζωές σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Κατάγονταν από πολλές διαφορετικές χώρες, και όχι αποκλειστικά από την Αμερική (η επιρροή της οποίας έχει γενικά υπερεκτιμηθεί) όπως φαίνεται στην ταινία. Πολλοί από αυτούς βρίσκονταν στην ίδια απελπιστική κατάσταση με τον Nathan Algren, χρεωμένοι και απένταροι, ενώ κάποιοι είδαν αυτήν την ευκαιρία σαν μια άκρως αποδοτική επιλογή καριέρας. Ο ρόλος του ίδιου του Nathan βασίστηκε κατά κύριο λόγο στα απομνημονεύματα του Γάλλου λοχαγού Jules Brunet, που διετέλεσε στρατιωτικός σύμβουλος στην διάρκεια του πολέμου του έτους του δράκου, και του Αμερικανού Frederick Townsend Ward, με ανάλογη θητεία στην αυτοκρατορική Κίνα.

Παρά την συχνά διεφθαρμένη και ιδιοτελή συμπεριφορά των σαμουράι, η αυστηρή πειθαρχία και ο συγκροτημένος τρόπος ζωής τους δεν έπαψαν ποτέ να εμπνέουν και να γοητεύουν. Δώδεκα μόλις χρόνια μετά τον θάνατό του, χάρη στην έντονη λαϊκή απαίτηση, ο αυτοκράτορας έδωσε αμνηστία στον Σάιγκο Τακαμόρι και τον ανακήρυξε εθνικό ήρωα, παρά το γεγονός ότι είχε αγωνιστεί εναντίον του. Αγάλματα του υπάρχουν διάσπαρτα σε ολόκληρη την Ιαπωνία. Η τελευταία του μάχη, στην Σιρογιάμα, μνημονεύεται συχνά σαν υπέρτατο παράδειγμα ανδρείας και προσήλωσης στο καθήκον. Το άλμπουμ «The Last Stand» (2016) του σουηδικού metal συγκροτήματος «Sabaton», εμπνευσμένου από μεγάλες και ηρωικές μάχες του παρελθόντος, περιλαμβάνει ένα κομμάτι με το όνομα «Shiroyama».

Η αποδοχή της ταινίας ήταν γενικά θερμή, ακόμη και από το ιαπωνικό κοινό, με αποδοχές κοντά στο μισό δισεκατομμύριο δολάρια. Βασικά στοιχεία που δέχτηκαν θετική κριτική ήταν η επιμονή σε επίπεδο λεπτομέρειας, οι ερμηνείες και φυσικά το soundtrack, ένα ακόμη αριστούργημα του Hans Zimmer, που δένει αρμονικά με την ατμόσφαιρα κάθε σκηνής αλλά και ολόκληρου του έργου, αποδίδοντας αριστοτεχνικά το σύνθετο κράμα αρμονίας και ηρωισμού που το χαρακτηρίζει. Ο Tom Cruise (Nathan Algren) ήταν υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα, ενώ ο Ken Watanabe (Katsumoto) και για Όσκαρ, με τις εκπληκτικές ερμηνείες και των δυο να θεωρούνται κλειδιά της συναισθηματικής ισορροπίας της ταινίας, ειδικά στις κοινές τους σκηνές. Συνολικά, το «Ο τελευταίος Σαμουράι» ήταν υποψήφιο για τέσσερα Όσκαρ και τρεις Χρυσές Σφαίρες, χωρίς όμως να κερδίσει κανένα.

Παρά τις αμέτρητες προσθήκες και την γενικότερη τάση εξωραϊσμού, το τελικό αποτέλεσμα παραμένει μια πολύ καλή απόδοση της αληθινής ιστορίας των «τελευταίων» σαμουράι· πώς έζησαν, πώς πέθαναν, και τι αντιπροσώπευαν. Μέσα στα επόμενα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1877, η Ιαπωνία αναπτύχθηκε με εκθετικό ρυθμό. Η παρουσία της έγινε σύντομα αισθητή στον Πρώτο και ειδικά στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου κατόρθωσε να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις τις μέχρι πρότινος πατερναλιστικές απέναντί της μεγάλες δυνάμεις.

Σήμερα αποτελεί έναν τεχνολογικό και οικονομικό κολοσσό, δικαιώνοντας τις προσδοκίες των ένθερμων μεταρρυθμιστών της, αλλά και τους φόβους του Τακαμόρι· ο έντονος και φρενήρης ρυθμός ζωής έχει καταστήσει συχνό πια το φαινόμενο «karoshi», τον αιφνίδιο θάνατο εργαζομένων από υπερκόπωση λόγω φόρτου εργασίας, αποτέλεσμα εξοντωτικών ωραρίων και έντονου άγχους. Αυτή η ηθική και πνευματική χρεοκοπία θα φαινόταν στ’ αλήθεια αδικαιολόγητη σε έναν πραγματικό σαμουράι, που θα αντιπρότεινε με οργή και απορία κάτι διαφορετικό, ό,τι και ο -λυτρωμένος και απελευθερωμένος πια- Algren· έναν γαλήνιο τόπο, γεμάτο αγαπημένες συνήθειες, πρόσωπα, και αναμνήσεις, όλα κάτω από την σκιά της ανθισμένης κερασιάς. Έναν αληθινό προθάλαμο του παραδείσου.