«The Master» – Κριτική

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς πίστη, χωρίς Θεό, χωρίς αφέντη; Ο Λάνκαστερ Ντοντ του Φίλιπ Σέημουρ Χόφμαν απαντάει «ένα ζώο». Όμως τι ισχύει πραγματικά;

Όταν ξεκινάει το ταξίδι μας με το «The Master», βλέπουμε τον Φρέντι Κουέλ, ένα ναυτικό, βετεράνο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, γεμάτο με ψυχολογικά προβλήματα. Προσπαθεί με το δικό του τρόπο να ενταχθεί στην κοινωνία, αλλά ο δύστροπος χαρακτήρας του, το ποτό και η αντικοινωνική συμπεριφορά του δεν τον οδηγούν πουθενά. Και εκεί που δεν φαίνεται να υπάρχει μέλλον γι’ αυτόν, γνωρίζει τον Λάνκαστερ Ντοντ και αναφέρεται σε αυτόν ως έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ντοντ είναι «συγγραφέας, γιατρός, πυρηνικός φυσικός, θεωρητικός φιλόσοφος, αλλά πάνω απ’ όλα, είναι ένας άντρας».

Ύστερα, ο Φρέντι αρχίζει να τον ακολουθεί, ακούει αυτά που έχει να του πει, γίνεται φίλος του και μέλος της «οικογένειάς» του. Βλέπει πως είναι κάτι καινούργιο, κάτι που έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα όσα είχε κάνει μέχρι τότε. Αυτό που για τον υπόλοιπο κόσμο δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια αίρεση, για αυτόν είναι ένα ιδανικό στο οποίο θα πιστέψει και, αυτός που όλοι θα αποκαλέσουν τσαρλατάνο, ψεύτη και κλέφτη, γι’ αυτόν θα είναι «ο αφέντης».

Όλοι θα παρατηρήσουν πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της φανταστικής αίρεσης της ταινίας, της λεγόμενης «Υπόθεσης», με την θρησκεία της Σαϊεντολογίας. Πολλοί μπορεί να ισχυριστούν (και το έχουν κάνει) πως η ταινία προσπαθεί να ασκήσει κριτική στην τελευταία χωρίς να χρησιμοποιεί ονόματα και πως προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της. Όμως η ταινία σε καμία περίπτωση δεν έχει τέτοιο σκοπό. Η θρησκεία αυτή είναι μόνο ένα μικρό παράδειγμα του κακού που μπορεί να κάνει ο φανατισμός και η υπερβολική πίστη σ’ ένα δόγμα ή θρησκεία, και λιγότερο την προσπάθεια κάποιου να εκμεταλλευτεί ένα από τα μεγαλύτερα, σύμφωνα με την ψυχολογία, πνευματικά συναισθήματα: αυτό της έμφυτης τάσης και εσωτερικής διαθέσεως για επικοινωνία με τον Θεό. Σε πολλά σημεία της ταινίας μπορούμε να δούμε πως έχουμε να κάνουμε με κάτι ψεύτικο και όχι αληθινό, έμμεσα πάντα.

Η ταινία, όμως, πάνω απ’ όλα είναι μια ηθική κριτική για την αμερικανική κοινωνία του τότε και του σήμερα. Ο πρωταγωνιστής απεικονίζεται σαν ένας αμόρφωτος ναύτης, εξαρτημένος από το σεξ και το ποτό. Από την άλλη μεριά έχουμε τον μορφωμένο και πλούσιο άνδρα, ο οποίος όμως χρησιμοποιεί την δύναμή του για να επικρατήσει και να αναδυθεί στην κοινωνία. Η διαφθορά της κοινωνίας εμφανίζεται τόσο στα σημάδια στο πρόσωπο του Φρέντι όσο και στα περιποιημένα μαλλιά και μουστάκι του Λάνκαστερ. Κι ενώ είναι εμφανές από την αρχή της ταινίας το γεγονός πως ανάμεσα σε αυτούς τους δύο άντρες πρόκειται να υπάρξει σύγκρουση, είναι σίγουρο πως αν παρατηρήσεις και τους δύο πολύ προσεκτικά θα καταλάβεις πως είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, τόσο διαφορετικοί όσο και ίδιοι, ο ένας φτιαγμένος για τον άλλο.

Και ενώ θα έπρεπε να είχαν ίσα δικαιώματα, ο καθένας έχει ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο λόγω των κοινωνικών τους τάξεων, με αποτέλεσμα ο ένας να μπορεί να εξουσιάσει τον άλλο. Όμως μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτόν τον αφέντη, να χαράξουμε τη δική μας πορεία και να είμαστε ελεύθεροι; Και αν ναι, μπορούμε σίγουρα να το διαχειριστούμε σωστά; Μη θεωρήσετε πως αυτή η ερώτηση έχει να κάνει με την θρησκεία, αλλά με την κοινωνία γενικότερα. Το νόημα της ταινίας δεν έχει σκοπό να ευνοήσει ούτε τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, που απεικονίζονται μέσα από την αίρεση, ούτε τις κατώτερες, που συμβολίζονται από την έννοια του ελευθέρου ανθρώπου. Η ταινία προσπαθεί περισσότερο να μας θυμίσει πως υπάρχουν κάποια ερωτήματα που προσπαθούμε να αποφύγουμε να αναλογιστούμε και τελικά απεμπολούμε, αλλά αυτό το πετυχαίνει χωρίς να δώσει απαντήσεις.

Αυτό που πάντα πίστευα είναι πως ο κινηματογράφος είναι προτιμότερο να θέτει ερωτήσεις παρά να δίνει απαντήσεις. Και γι’ αυτό άλλωστε είναι Τέχνη, γιατί αυτή και μόνο αυτή έχει τη δύναμη πλέον να δώσει πραγματική τροφή για την σκέψη, και σίγουρα περισσότερη από αυτή που θα έδινε ένας πολιτικός λόγος. Έτσι λοιπόν ένας κινηματογραφικός χρόνος γεμάτος με σοβαρά ερωτήματα (Shame, Αγάπη, Holy Motors, Το Κυνήγι) κλείνει θριαμβευτικά με ένα μοναδικό έργο τέχνης, που θα μείνει σίγουρα στην μνήμη ενός σκεπτόμενου ατόμου.

Όμως δεν είναι μόνο το νόημα της ταινίας που θα αιχμαλωτίσει, αλλά και η γενικότερη της εκτέλεση. Ο Πωλ Τόμας Άντερσον, ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της Αμερικής, επιστρέφει με αυτή την ταινία πέντε χρόνια μετά το αποκορύφωμα της καριέρας του, «Θα Χυθεί Αίμα», για να μας αποδείξει πως η υπομονή ανταμείβεται. Η δουλειά του είναι αριστοτεχνική. Τα πλάνα του δείχνουν τα πάντα, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν υπάρχει κάτι που να κρύβεται και, αν ποτέ δούμε την κάμερα σε άλλο από αυτό που ονειρευόμασταν, τότε υπάρχει σημαντικός λόγος. Το σενάριό του είναι εξαιρετικό, γεμάτο με έξυπνα δομημένους διαλόγους και με συνεχείς κλιμακώσεις που κρατάνε πάντα σε εγρήγορση, οι οποίες κάνουν τα 144 λεπτά της ταινίας να περάσουν γρήγορα και παραγωγικά, χωρίς περιττές προσθήκες. Με άλλα λόγια, φτάνει στο αποκορύφωμα της καριέρας του.

Όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Η συνεργασία του σκηνοθέτη με το συνεργείο του είναι επίσης αποδοτική. Η φωτογραφία του Ρουμάνου Μιχάι Μαλαμαϊρ Τζούνιορ είναι από τις καλύτερες που είδαμε φέτος, το μοντάζ των Λέζλι Τζόουνς και Πήτερ ΜακΝόλτι είναι απόλυτα σαγηνευτικό, ενώ θα ήταν δύσκολο να παραλείψουμε να αναφέρουμε την εξαιρετική μουσική του Τζόνι Γκρήνγουντ, κιθαρίστα του αγαπημένου συγκροτήματος Radiohead και συνεργάτης του Άντερσον στο «Θα Χυθεί Αίμα». Τα κομμάτια του όχι μόνο είναι υπέροχα γραμμένα, αλλά μάλιστα ταιριάζουν ολοκληρωτικά με τις σκηνές που πλαισιώνει το καθένα, παντρεύοντας τον ίλιγγο με την αρμονία, ενώ η καλλιτεχνική διεύθυνση και τα κοστούμια δίνουν συνεχώς μια μικρή γεύση νοσταλγίας.

Αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει ακόμη ο Άντερσον, είναι οι δυνατές ανδρικές ερμηνείες: οι «Ξέφρενες Νύχτες» είχαν τον Μπαρτ Ρέηνολντς που ερμήνευσε ένα σκηνοθέτη ενηλίκων ταινιών, η «Μανόλια» είχε τον φαλλοκράτη Τομ Κρουζ, το «Punch-Drunk Love» έχει έναν ανέλπιστα καλό σε δραματικό ρόλο Άνταμ Σάντλερ, ενώ το «Θα Χυθεί Αίμα» έχει τον καλύτερο Ντάνιελ Ντέι-Λούις που έχουμε δει ποτέ σαν αναδυόμενο επιχειρηματία. Εδώ έχουμε όμως δύο άνδρες που θα ξεχωρίσουν. Ο Χοακίν Φοίνιξ ερμηνεύει με τρομακτικά πειστικό τρόπο τον Φρέντι Κουέλ, επιστρέφοντας μετά από την ολιγόχρονη αποχή του από το σινεμά. Μερικές φορές καταφέρνει να μας τρομάξει, άλλες να μας κάνει να ξεσπάσουμε σε γέλια και άλλες να ταυτιστούμε. Ποτέ όμως δε φτάνει η στιγμή που θα κερδίσει τη συμπάθειά μας. Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν την ερμηνεία του υπερβολική, ίσως και καρτουνίστικη, αλλά είναι μια από τις καλύτερες που είδαμε φέτος στον κινηματογράφο.

Στο αντίπαλο δέος έχουμε τον Λάνκαστερ Ντοντ του Φίλιπ Σέημουρ Χόφμαν, ο οποίος είναι το μεγαλύτερο ατού της ταινίας. Δυναμικός, θερμός, έχοντας τις περισσότερες φορές τον έλεγχο. Μαγνητίζει το βλέμμα μας και ίσως να μας κάνει να τον συμπαθούμε όταν μιλάει στον κόσμο, ακόμη και να τον πιστέψουμε και, πάνω απ’ όλα, είναι ο άνθρωπος που απαιτεί ο ρόλος του. Αυτός είναι ο πραγματικός δυνατός άνδρας της ταινίας, όπως ήταν ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις, ο Μπαρτ Ρέηνολντς και ο Τομ Κρουζ. Χειραγωγεί, διατάζει, εξαπατά, αλλά και υποφέρει. Και, καθώς πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα κρύβεται μια γυναίκα, έτσι κι εδώ η Έιμυ Άνταμς πλαισιώνει τον Χόφμαν στο ρόλο της Πέγκυ Ντοντ, εγκυμονούσας συζύγου του Λάνκαστερ. Στο ρόλο δίνει μια αφοσίωση και μαχητικότητα και, αρκετές φορές, δείχνει πως ίσως ο χαρακτήρας της είναι πιο δυνατός από αυτόν του Χόφμαν.

Αν αποφασίσετε να παρακολουθήσετε το «The Master» είναι αναγκαίο να πάτε με καθαρό μυαλό. Οι ταινίες που έχουν το θάρρος να προσπαθήσουν να διχάσουν και όχι απλά να προσφέρουν ένα ευχάριστο δίωρο συχνά δεν δέχονται την καλύτερη αποδοχή από το Χολιγουντιανό κοινό, όπως αποδείχθηκε από τις εισπράξεις της ταινίας στις ΗΠΑ. Το θρησκευτικό του θέμα θα διχάσει σίγουρα και μερικοί θα χάσουν το νόημα. Όμως είναι σίγουρο πως αξίζει τον κόπο να επισκεφτείτε ένα κοντινό σινεμά και να παρακολουθήσετε την ταινία, γιατί έχει τα καλύτερα συστατικά μιας ταινίας: αριστοτεχνική σκηνοθεσία και σενάριο, άκρως καλλιτεχνικές ερμηνείες και έναν εξαιρετικό τεχνικό τομέα. Αλλά επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, κλείνουμε εδώ το άρθρο μας με ένα τελευταίο σχόλιο: το «Master» είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που φεύγει και σίγουρα είναι μια ταινία που αξίζει την προσοχή όλων των φίλων της Τέχνης του κινηματογράφου.

Χρήστος Γιαννάκενας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *