“Το Μικρό Ψάρι” – Άποψη

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Παραδεχθείτε το, το ελληνικό σινεμά τελευταία έχει πάρει τα πάνω του. Αρχικά το «μπαμ» έγινε απ’ τον Γιώργο Λάνθιμο με τον «Κυνόδοντα», ύστερα ακολούθησαν αρκετές φεστιβαλικές επιτυχίες και φτάσαμε τελικά στην υπέρτατη, τη διπλή βράβευση της «Miss Violence» του Αλεξάνδρου Αβρανά στο Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας. Και η ελληνική επιτυχία συνεχίζεται με πολλές άλλες ταινίες, με πιο πρόσφατη την παρούσα.

Το «Μικρό Ψάρι» είναι η ιστορία του Στράτου, ενός “μικρού ψαριού” του ελληνικού υποκόσμου. Νέος σκότωσε δύο συνομήλικούς του για την τιμή μιας κοπέλας και μπήκε φυλακή, όπου γνώρισε τον Λεωνίδα. Εκεί ο Λεωνίδας τον βοήθησε πολύ, μάλιστα του έσωσε και τη ζωή μια φορά. Και τώρα που ο Στράτος είναι έξω πρέπει να βοηθήσει τον Λεωνίδα και να πληρώσει το χρέος του. Έτσι εκτελεί συμβόλαια θανάτου για να καλύψει τα έξοδα ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου απόδρασης του Γιώργου, αδερφού του Λεωνίδα. Για να μη κινεί τις υποψίες, ταυτόχρονα δουλεύει σ’ ένα φούρνο. Μοναδικοί του φίλοι (λέξη που εύκολα αμφισβητείται στην περίπτωση του Στράτου) είναι οι επίσης περιθωριακοί Μάκης, ένας σακάτης, και η αδερφή του Βίκυ, μια μητέρα που εκδίδεται για να αποπληρώσει ένα μεγάλο χρέος στον Πετρόπουλο, ένα τοπικό γκάνγκστερ. Και τα πράγματα περιπλέκονται καταστροφικά όταν ο τελευταίος πιέζει τον Στράτο να δουλέψει για χάρη του.

Κατά κύριο λόγο το σενάριο είναι προβλέψιμο, πέρα από μερικές απρόσμενες ανατροπές. Ενώ το πρώτο μέρος είναι αινιγματικό και ο διάλογος χτυπάει σαν πολυβόλο, το δεύτερο μέρος είναι πιο ξεκάθαρο και σχεδόν σιωπηλό. Και αυτό λειτουργεί υπέρ της ταινίας, καθώς οι διάλογοι είναι κουραστικοί εξαιτίας της ωμότητας και της γρηγοράδας τους που οδηγεί στην ασάφεια (θυμάμαι ένα γεράκο στο σινεμά να με ρωτάει αν φταίει που έχει πρόβλημα με την ακοή του ή αν ούτε κι εμείς καταλαβαίναμε). Αυτό το στοιχείο σχεδόν πάντα με χάλαγε στον Οικονομίδη γιατί μου έδινε την εντύπωση πως έδινε πολύ περισσότερο κινηματογραφικό χρόνο σε αυτά και όχι στην ανάπτυξη μιας αξιομνημόνευτης ιστορίας.

Αλλά η ιστορία καταφέρνει να ξεδιπλωθεί με ωραίο τρόπο μέσα από τη λιτότητα του δεύτερου μέρους, κυρίως επειδή ο σχεδόν σιωπηλός Στράτος τελικά, όπως και όλοι οι κεντρικοί χαρακτήρες στο έργο του Οικονομίδη, σπάει την σιωπή του, κυρίως μεταφορικά, και φέρνει τον κόσμο ανάποδα. Μόνο που αυτός, σε αντίθεση με τους άλλους πρωταγωνιστές, δεν ξεσπά απλά απέναντι στην προσωπική αδικία, αλλά στη συνολική. Και, τελικά, γίνεται ήρωας.

Σκηνοθετικά ο Οικονομίδης ανεβάζει τον πήχη κατά πολύ σε σχέση με προηγούμενες δημιουργίες του. Τα κάδρα του είναι μελετημένα, το στήσιμο των ηθοποιών του άρτιο. Η κάμερα μένει σταθερή, ακολουθώντας μόνο τον Στράτο στη στιγμή που πρέπει. Και όσες φορές δεν είναι ο Στράτος στο πλάνο, τότε την θέση του παίρνει η μουντή ομορφιά μιας Ελλάδος έξω των δεδομένων της πόλης, τοποθεσίες που θα ζήλευαν οι περισσότεροι σκηνοθέτες του εξωτερικού. Πέρα αυτών, σκηνοθετεί και μερικές από τις εντυπωσιακότερες σκηνές δράσης του Ελληνικού Σινεμά, όχι τόσο επειδή αυτές είναι ελάχιστες, όσο επειδή είναι πραγματικά καλογυρισμένες και σχεδόν λυρικές. Άξιος σκηνοθέτης που αναπλάθει από την αρχή το έργο του και αναγεννιέται συνεχώς, ο ελληνοκύπριος Οικονομίδης καθιστά πλέον σίγουρο πως είναι από τους σημαντικότερους δημιουργούς της χώρας.

Και η λοιπή τεχνική διεργασία της ταινίας αξίζει έπαινο. Ήχος και εφέ είναι πραγματικά αξιόλογα, το μακιγιάζ πραγματικά αληθοφανές. Το μοντάζ εύστοχο, με μόνο του και μεγάλο κακό τις υπερβολικά πολλές μεταβάσεις fade out μεταξύ σκηνών. Τα μουσικά θέματα του Μπάμπη Παπαδόπουλου, παιγμένα σε κλασική κιθάρα, είναι ατμοσφαιρικά και συναισθηματικά, σε βυθίζουν μέσα στον κόσμο της ταινίας. Η φωτογραφία του Δημήτρη Κατσαΐτη χαίρει επαίνου, καθώς προσδίδει στο έργο τόσο μια νουάρ αισθητική όσο κι ένα άρωμα Ελλάδας.

Το καστ είναι εξαιρετικό, καθώς όλοι είναι κομμένοι και ραμμένοι για τους ρόλους τους. Βίκυ Παπαδοπούλου σαν όμορφη προβληματική κοπέλα, ο κομίστας Πέτρος Ζερβός ως επίσης προβληματικός αδερφός της, ο Γιώργος Γιαννόπουλος σαν άνθρωπος της νύχτας, ο Γιάννης Αναστασάκης στο ρόλο του ατόμου που δίνει τα συμβόλαια θανάτου στο Στράτο, οι Σόνια Θεοδωρίδου και Πόπη Τσαπανίδου ως βασίλισσες της νύχτας.

Πρώτος και καλύτερος όμως ο πάντα εξαιρετικός Βαγγέλης Μουρίκης. Υποτονικός και εσωστρεφής, ο Μουρίκης μεταφέρει έναν τυποποιημένο ρόλο, αυτόν του μοναχικού νουάρ αντιήρωα, σε ένα παραπάνω σκαλοπάτι. Συνεχώς αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σ’ εκείνον τον τύπο που θα προσπεράσεις και που ούτε θα κοιτάξεις στο δρόμο και σε εκείνον που έχει κάνει φυλακή για φόνο και που εξακολουθεί να σκοτώνει για χρήματα. Ένας ρόλος που συνήθως μελετάται στην επιφάνεια και όχι στο βάθος, εδώ το αποκτά και με το παραπάνω. Και όχι μέσα απ’ τα λόγια, όπως οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας, αλλά μέσα απ’ τη σιωπή.

Η νουάρ ατμόσφαιρα του έργο εύκολα γίνεται αντιληπτή απ’ την στιγμή που ξεκινάει το ταξίδι μας μέχρι την στιγμή που πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Έχουμε να κάνουμε με σκληρούς τύπους μπλεγμένους παντού, γυναίκες σκέτο δηλητήριο και ελάχιστοι αθώοι στο background (στην περίπτωσή μας η κόρη της Βίκης και η μοναδική ηλιαχτίδα στα μάτια του Στράτου). Οι κανόνες του κινηματογράφου του μετρ του Γαλλικού νουάρ Ζαν-Πιερ Μελβίλ είναι παρόντες, κυρίως μέσα από τις αναφορές στο «Δολοφόνο με το Αγγελικό Πρόσωπο» του ιδίου και στην ημι-νουάρ δημιουργία του Τζιμ Τζάρμους «Ghost Dog».

Αλλά ο βασικός άξονας του έργου είναι η κοινωνική κριτική και η θέση που θα αναγκαστεί ο ήρωας να πάρει στο τέλος, μόνο και μόνο με την ανάγκη της λύτρωσης. Δεν είναι περίεργο που ένα είδος σαν το νουάρ είναι το καλύτερο κριτικό απέναντι στην κοινωνία είδος, όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους του περιθωρίου, μικροαστούς που δεν έχουν πολλές επιλογές. Κατά κάποιο τρόπο αυτοί είμαστε εμείς στο τέλος, άβουλα όντα που υπακούν στους κανόνες αυτών που είναι από πάνω. Τα μικρά ψάρια, στο τέλος, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

 

Οι λόγοι για να παρακολουθήσετε το «Μικρό Ψάρι» είναι πολλοί και διάφοροι και αυτοί αναγράφονται από πάνω, όμως ο σημαντικότερος είναι επειδή πρόκειται για μια μεγάλη ελληνική ταινία, αν όχι για μια μεγάλη ταινία γενικότερα. Μπορεί να μην είναι η ταινία που θα έβλεπες με ευκολία λόγω διαλόγου, όμως τέτοια ταινία έχει να βγει στην Ελλάδα από Έλληνα δημιουργό πάρα πολύ καιρό, μιας και γίνεται μια συνεχής σινεφίλ ανάλωση που μοιάζει περισσότερο με αντιγραφή παρά με άποψη. Όπως λέει ο σκηνοθέτης, «με αυτή την ταινία θέλω ο θεατής να σηκωθεί απ’ τον καναπέ του και να πάει να δει ελληνικό σινεμά». Ο Έλληνας δεν σηκώθηκε ποτέ, τουλάχιστον όμως τα κατάφερε ο Στράτος.