«Unforgiven» – Αποχαιρετισμός στον μύθο του Σιωπηλού Καβαλάρη

Όταν το «Unforgiven» του Clint Eastwood έφυγε από τα Oscar με τέσσερα βραβεία παραμάσχαλα, όλοι ήταν εκεί και το χειροκροτούσαν. Δεν ήταν άδικο αυτό, μιας και μιλάμε για ένα από τα καλύτερα γουέστερν που έχουν γυριστεί ποτέ. Το σενάριο, οι ερμηνείες όλου του καστ, η σκηνοθεσία, όλα ήταν υποδειγματικά. Τί είναι, όμως, αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες και να κάνει προσφέρει κάτι διαφορετικό, αλλά και να είναι αξιομνημόνευτη;

Ας ανατρέξουμε στις κινητήριες δυνάμεις κάθε ταινίας, τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή, που εδώ είναι το ίδιο πρόσωπο: ο Clint Eastwood.

Η καριέρα του Eastwood ξεκίνησε ουσιαστικά με τον ρόλο του καουμπόι στην τηλεοπτική σειρά «Rawhide». Έχοντας ένα γνήσιο αμερικανικό πρόσωπο, σκληρό αλλά γοητευτικό, ψηλό ανάστημα και βαθιά φωνή, ο Eastwood φαινόταν από την αρχή στο στοιχείο του. Όμως η ευκαιρία για να απογειωθεί του ήρθε όταν ο συμπρωταγωνιστής του Eric Fleming απέρριψε την πρόταση να συμμετάσχει στο «A Fistful of Dollars», μιας και ο σκηνοθέτης Sergio Leone ήταν άγνωστος, αλλά και η ταινία θα γυριζόταν εκτός στούντιο, στην Ισπανική ύπαιθρο. Ο Eastwood, όμως, είδε τον ρόλο σαν την ευκαιρία του να ξεφύγει από την τηλεόραση και τον ρόλο του καλού καουμπόι.

Αυτή η επιλογή του ήταν, ίσως, η σημαντικότερη της καριέρας του. Από το πουθενά ο Eastwood δημιούργησε τον Άνθρωπο Χωρίς Όνομα, των αντι-ήρωα των ταινιών του Leone. Ο δε Leone βοήθησε στο στήσιμο του cult είδους του Spaghetti Western. Η επιτυχία της ταινίας ήταν τέτοια που γέννησε δύο σίκουελ. Το πρώτο, «For a Few Dollars More», ήταν μια ψυχαγωγική αλλά τυπική συνέχεια για τον ήρωα. Το επόμενο σίκουελ, όμως, ήταν και το κορυφαίο όλων: «The Good, the Bad and the Ugly». Αυτήν την ταινία δεν την είδαν μόνο στην σινεφίλ Ευρώπη, κάνοντας το είδος πιο προσβάσιμο και στους Αμερικάνους. Και με αυτόν τον ρόλο είδαν στην Αμερική πως ο Eastwood και οι σκληροί του ήρωες έφερναν πολλά κέρδη.

Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον καουμπόι Clint Eastwood να γίνει ο σταρ του Χόλιγουντ που έμελλε να γίνει. Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος του επιθεωρητή «Dirty Harry» ήταν αυτός που τον καθιέρωσε σαν τον μεγάλο αντιήρωα του σινεμά. Σκληροτράχηλοι ντετέκτιβ, εκδικητές, γενναίοι στρατιώτες, αυτοί ήταν μερικοί από τους ρόλους που ανέλαβε. Όμως το όνειρό του ήταν άλλο: να κάνει τις δικές του ταινίες. Την πρώτη του ταινία την γύρισε το 1971, το θρίλερ «Play Misty for Me». Έκτοτε έκανε ό ,τι ταινία ήθελε, παράλληλα με τους πρωταγωνιστικούς του ρόλους. Η κριτική όμως ποτέ δεν μπόρεσε να τον ξεχωρίσει ξεκάθαρα από τον σκληρό πρωταγωνιστή, όσο διαφορετικές ταινίες και να γύριζε.

Το σενάριο του «Unforgiven» ήταν γραμμένο από τον David Webb Peoples, συν-σεναριογράφο του «Blade Runner», από το 1976. Ο Eastwood πήρε πρώτη φορά στα χέρια του το σενάριο στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όμως καθυστέρησε να το αναλάβει λόγω άλλων προτεραιοτήτων. Εκείνη ήταν και η δεκαετία που γύρισε ο ίδιος ένα ακόμη σίκουελ του «Dirty Harry», την μουσική βιογραφία «Bird» και το γουέστερν «Pale Rider». Και πάλι, όμως, η αναγνώριση του σαν σκηνοθέτη πάνω από τον σκληρό τύπο δεν ήρθε. Όμως ήξερε πως ο καλύτερος τρόπος να δείξει τις δυνατότητές του ήταν να παίξει στο δικό του γήπεδο, γι’ αυτό και προχώρησε το «Unforgiven».

Η ταινία ακολουθεί έναν παλιό πιστολέρο, τον Γουίλιαμ Μάνυ (Eastwood), ο οποίος αναγκάζεται να επιστρέψει στην παλιά ζωή του. Αφορμή, το σημάδεμα μιας πόρνης και η αμοιβή που δίνεται από τις υπόλοιπες πόρνες για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Έχοντας χάσει την γυναίκα του και αναθρέφοντας μόνος του τα παιδιά του, ο Μάνι χρειάζεται τα χρήματα για να φτιάξει την ζωή του. Έτσι ξεκινάει μαζί με τον κολλητό του Νεντ (Morgan Freeman) να σκοτώσουν τους εγκληματίες, μαζί με τον νεαρό Σκόφιλντ Κιντ (Jaimz Woolvett). Όμως έχουν ένα σημαντικό εμπόδιο στον δρόμο τους: τον σερίφη Λιτλ Μπίλι Ντάγκετ (Gene Hackman). Αυτός ο σερίφης δεν είναι σαν τους άλλους, μιας και απαγορεύει στην πόλη του τόσο τα όπλα όσο και τους εγκληματίες.

Φαινομενικά στην ταινία ο καλός φαίνεται να είναι ο Γουίλιαμ Μάνι του Eastwood και κακός ο σερίφης Λιτλ Μπιλ του Hackman. Τα πράγματα όμως είναι πιο πολύπλοκα από μια τόσο απλή διατύπωση. Ο «καλός» Μάνι στο παρελθόν ήταν φονιάς γυναικόπαιδων και οτιδήποτε κινούταν, που άλλαξε μόνο λόγω της αγάπης. Η δε αποστολή του είναι να δολοφονήσει μερικούς ανθρώπους, άσχετα με το αν το αξίζουν ή όχι. Από την άλλη, ο «κακός» Λιτλ Μπιλ είναι ένας αδιάφθορος σερίφης που θέλει να προστατέψει την πόλη του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και βαθιά ανθρώπινος. Είναι ένας άνθρωπος που χαίρει εκτίμησης, που πιστεύει πως δεν πρέπει να σκοτώσεις τους άλλους για να πατσίσεις. Κανείς από τους δύο δεν έχει κακά προσωπικά κίνητρα, και οι δύο απλά προσπαθούν για το καλύτερο των ανθρώπων τους. Όμως και οι δύο χαρακτήρες έχουν την σκοτεινή πλευρά τους, όπως είπαμε ήδη.

Οι καταβολές του Eastwood, ασφαλώς, δεν είναι τα γουέστερν της χρυσής εποχής του John Wayne, με τους κακούς Ινδιάνους. Μιας και είχε συνεργαστεί με τον Sergio Leone, περισσότερα είχε να πάρει από το είδος που ο τελευταίος καθιέρωσε: το Spaghetti Western. Παρότι στην ονομασία του το υποείδος παραπέμπει στις τοποθεσίες της Ιταλίας όπου γυρίζονταν οι περισσότερες ταινίες του, βασικές του προοπτικές ήταν άλλες: σκληρή κοινωνικοπολιτική κριτική, σάτιρα των αμερικάνικων μοντέλων του καουμπόι και του παρανόμου, αναστροφή των κανόνων. Οι αντιήρωες του είδους απέδιδαν περισσότερο κοινωνική παρά έννομη δικαιοσύνη. Και γι’ αυτό το είδος έγινε αγαπητό τόσο στην Ευρώπη, που την δεκαετία του ’60 έβραζε κι επαναστατούσε, όσο και στην Αμερική, όπου το Αμερικάνικο Όνειρο άρχισε να κλονίζεται μετά τις δολοφονίες του Κένεντι και του Μ. Λ. Κινγκ και κατακρημνίστηκε από τον πόλεμος του Βιετνάμ.

 

Δεν είναι τυχαίο που μετά τις ταινίες του Leone ο Eastwood επέλεγε να συμμετέχει σε τέτοια Western. Ο ρόλος του κακού είναι πάντα ελκυστικός, την δεκαετία του ’60 όμως δεν είχε ακόμη γίνει μόδα. Ο Eastwood όμως ήθελε να ξεφύγει από τα στερεότυπα και να κάνει την διαφορά στο είδος, να μην το παίξει καλό παιδί και αυτό του το έδωσε ο ρόλος του Ανθρώπου Χωρίς Όνομα στις ταινίες του Leone. Όμως έπρεπε κάπως να τελειώσει με αυτόν τον ήρωα που είχε τόσο ταυτιστεί. Και ίσως και αυτός είναι ο λόγος που ανέλαβε το «Unforgiven», για να δώσει τέλος στον μύθο του Σιωπηλού Καβαλάρη.

Το «Unforgiven» έμελλε να είναι το τελευταίο western που συμμετείχε ο Eastwood, όμως κατέληξε να είναι από τα καλύτερα. Ενσαρκώνοντας τον ήρωα που τόσα χρόνια ταυτιζόταν σαν έναν γέρο και ξεπερασμένο πιστολέρο, δίνει μια ρεαλιστική διάσταση στον ήρωα. Κάνοντας συζητήσεις για τα παιδιά του, την θλίψη του για την χηρεία του ή και τις… σεξουαλικές του ορέξεις, ο Eastwood είναι καθ’ όλα ανθρώπινος στον ρόλο του. Χωρίς να παύει να είναι σκληροτράχηλος, έχει αυτό που ο Άνθρωπος Χωρίς Όνομα δεν είχε ποτέ. Είναι περισσότερο ανθρώπινος παρά εικονικός. Δεν είναι μια μηχανή δράσης, αλλά ένα κουφάρι συναισθημάτων και τύψεων.

Ή, εν τέλει, ο Γουίλιαμ Μάνι να είναι τόσο ο Άνθρωπος Χωρίς Όνομα, όσο και ο ίδιος ο Eastwood. Απλά μεγάλωσε, προσπάθησε να ξεφύγει από την εικόνα που είχαν όλοι γι’ αυτόν αλλά ο μόνος τρόπος για να μείνει στην ιστορία να είναι ένας: να επανέρχεται συνεχώς το ίδιος σκληρός και να αφήνει πίσω του συντρίμμια. Και έτσι το «Unforgiven» καταλήγει ένα western που αμφισβητεί το είδωλο του, τον Αμερικάνο Ήρωα. Γιατί η πραγματική ζωή δεν έχει μόνο το κακό που μπορούμε να τιμωρήσουμε, αλλά και το καλό που θα κάνουμε. Και, όσο καλές και να είναι οι προθέσεις μας, το καλό το δικό μας είναι το κακό κάποιου άλλου.

Το σπουδαιότερο όμως είναι πως τα Oscar δικαίωσαν τον Eastwood όχι για την καριέρα του στους σκληρούς ρόλους του, αλλά τον ίδιο στο ρόλο του σκηνοθέτη και παραγωγό. Κρίμα μόνο που δεν του έδωσαν Oscar για την ερμηνεία του καθαυτή, μιας και ήταν η σημαντικότερη στην καριέρα του. Όμως ίσως, στο τέλος, μεγαλύτερη αξία να είχε για τον Eastwood να βραβευτεί σαν σκηνοθέτης παρά σαν ηθοποιός. για μια καινούργια καριέρα και όχι για την παλιά.

Εν τέλει, το «Unforgiven» είναι ο αποχαιρετισμός του Clint Eastwood στον ρόλο του Καουμπόι, αλλά και η ουσιαστική έναρξη μιας νέας καριέρας. Παρότι ξανακέρδισε Oscar Σκηνοθεσίας για το «Million Dollar Baby», ο Eastwood με αυτή την ταινία κατάφερε να κατακτήσει την κορυφή. Γιατί, εν τέλει, αν είσαι καλός σε μια δουλειά τότε γιατί να μην κερδίσεις από αυτήν; Αυτό προσπάθησε ο Eastwood και στο τέλος τα κατάφερε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *