«War for the Planet of the Apes» – Κριτική

«Get your stinking paws off me, you damned dirty ape! ».

Το παραπάνω one-liner έχει ψηφιστεί από το αμερικανικό ινστιτούτο κινηματογράφου ως το 66ο πιο εικονικό όλων των εποχών. Το 1968, όταν ακούστηκε για πρώτη φορά στην ταινία «Planet of the Apes», λίγοι ίσως θα μπορούσαν να φανταστούν το μέγεθος του franchise που θα εγκαινίαζε. Κόμικς, σειρές, βιντεοπαιχνίδια και εννέα ταινίες έχουν κυκλοφορήσει στα πλαίσιά του μέχρι σήμερα. Μόνο η reboot τριλογία, που ολοκληρώθηκε (;) με το «War for the planet of the Apes» έχει συγκεντρώσει αθροιστικά 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια στο box office.

Για πολλούς, το πολυπόθητο φινάλε ήταν ιδανικό. Πράγματι, υπό την σκοπιά του επιλόγου τριλογίας το νέο sequel ήταν συνεπέστατο. Αν όμως κριθεί σαν αυτοτελές θέαμα, ίσως η βαθμολογία θα είναι κάπως χαμηλότερη.

Η ιστορία συνεχίζεται από τα γεγονότα του «Dawn of the Planet of the Apes», με τον πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους και τους πιθήκους να δείχνει πια αναπόφευκτος. Οι ευφυείς πίθηκοι, με αρχηγό τον Σίζαρ (Andy Serkis),έχουν πια σχηματίσει δικές τους αποικίες βαθειά μέσα στα δάση. Παρά τις ειρηνικές τους διαθέσεις δέχονται επίθεση από μία παραστρατιωτική οργάνωση, και θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την γη τους. Ο Σίζαρ όμως, μοιραία, θα πληγεί βαθύτερα από όλους. Θα αφήσει την αγέλη για να ακολουθήσει ένα προσωπικό μονοπάτι εκδίκησης, εξιλέωσης και, πάνω απ’ όλα, συμφιλίωσης με το παρελθόν. Οι συνέπειες των πράξεών του δεν θα επηρεάσουν μόνο τον ίδιο και τους οικείους του, αλλά και ολόκληρο το μέλλον της φυλής του.

Μετά την μεγάλη επιτυχία των δύο πρώτων, η 20th Century Fox ανακοίνωσε τον Ιανουάριο του 2014 μία ακόμη ταινία, καθιστώντας την νέα σειρά του «The Planet of the Apes» τριλογία. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος θα παρέμεναν οι Matt Reeves και Mark Momback αντίστοιχα. Σε αντίθεση με το «Dawn», αυτή την φορά θα είχαν άπλετο χρόνο να κυνηγήσουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αναζητώντας την κατάλληλη έμπνευση παρακολούθησαν δεκάδες ταινίες, και δανείστηκαν μέσα από έναν τυφώνα επιρροών και στοιχείων. Ο αδίστακτος συνταγματάρχης (Woody Harrelson) είναι βασισμένος (μεταξύ άλλων) στον Ιάπωνα αξιωματικό του «Bridge on the River Kwai». Σημαντικό υλικό για τους συντελεστές αποτέλεσαν και μεγάλες θρησκευτικές παραγωγές, στην προσπάθειά τους να προσδώσουν στον Σίζαρ διάσταση «Μωυσή».

Το τελικό προϊόν τους δικαίωσε, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το απαραίτητο συναισθηματικό βάθος σε συνδυασμό με τις εύστοχες κοινωνικές αναφορές θεωρήθηκαν από τα βασικότερα πλεονεκτήματα της ταινίας. Αν στην εξίσωση προσθέσουμε και τις εκπληκτικές ερμηνείες του cast, μπορούμε να μιλήσουμε πραγματικά για το ιδανικό φινάλε μιας τέτοιας ιστορίας.

Ωστόσο, σε πολλά σημεία το σενάριο έδειχνε να κυλά απελπιστικά αργά, αγγίζοντας ίσως το ανιαρό. Σε αυτό συνέβαλαν και τα άφθονα κλισέ τυπικής ταινίας περιπέτειας, που παραβάλλονταν συχνά σχεδόν στην σειρά, κάνοντας την ροή προβλέψιμη. Ειδικά ο θεατής που δεν έχει παρακολουθήσει τις προηγούμενες ταινίες, και δεν θα έχει τον χρόνο να δεθεί συναισθηματικά με τους χαρακτήρες, μπορεί να βρει την ταινία έως και αδιάφορη, γι’ αυτό και σαν ανεξάρτητο θέαμα δεν θα την συνιστούσα.

Μετά τις εκπληκτικές του ερμηνείες στα προηγούμενα sequel, που προκάλεσαν τον θαυμασμό ακόμη και κύκλων που δεν εκτιμούν ιδιαίτερα το performance capture, ο Andy Serkis επιστρέφει στον ρόλο του Σίζαρ. Στην συγκεκριμένη άλλωστε τεχνική το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο (π.χ. είχε υποδυθεί και το Γκόλουμ στο «The Lord of the Rings»). Οι Woody Harrelson και Judy Greer ήταν εξαιρετικοί στους ρόλους του συνταγματάρχη και της συζύγου του Σίζαρ αντίστοιχα, με τις ερμηνείες των υπόλοιπων, λιγότερων γνωστών ηθοποιών να τους πλαισιώνουν ιδανικά. Ο Steve Zahn ήταν ξεκαρδιστικός στον ρόλο του φευγάτου Bad Ape, σπάζοντας με μια γλυκιά νότα χιούμορ τον δραματικό τόνο.

Το CGI και το performance capture, βασικοί παράγοντες επιτυχίας της ταινίας, ήταν εξαιρετικά, επίτευγμα για το οποίο η Weta Digital μπορεί να είναι υπερήφανη. Η αληθοφάνεια δεν χάθηκε πουθενά, διατηρώντας τον ρεαλισμό στις κινήσεις και την φυσική σε μακρινά αλλά και κοντινά πλάνα. Το soundtrack, ένα ακόμη δημιούργημα του βραβευμένου με Όσκαρ για το «Up» Michael Giacchino, συνοδεύει με δεξιοτεχνία το σενάριο στα ψυχολογικά βάθη που μας παρασύρει.

Αξίζει, όμως, όσο διαβάζουμε παντού ότι αξίζει; Λοιπόν, σαν επίλογος μιας επιτυχημένης νέας αρχής, το «War for the Planet of the Apes» ήταν παραπάνω από επαρκές. Έκλεισε με σαφήνεια τους κύκλους ζωής των βασικών του συντελεστών και θεμάτων, δίνοντας την τελική της μορφή σε μια ολοκληρωμένη ψυχαγωγική εμπειρία. Με μια λέξη, καλοδουλεμένο. Σαν αυτοτελής εμπειρία ήταν ίσως ελαφρώς ανιαρή και άφηνε αρκετά κενά. Ποιος νοιάζεται όμως, όταν το μεράκι και η ιδιαίτερη φροντίδα δείχνουν να ξεχειλίζουν περισσότερο από ποτέ;

7.8
Βαθμολογία
War for the Planet of the Apes (2017)
Με λίγα λόγια
το «War for the Planet of the Apes» ήταν παραπάνω από επαρκές. Έκλεισε με σαφήνεια τους κύκλους ζωής των βασικών του συντελεστών και θεμάτων, δίνοντας την τελική της μορφή σε μια ολοκληρωμένη ψυχαγωγική εμπειρία. Με μια λέξη, καλοδουλεμένο. Σαν αυτοτελής εμπειρία ήταν ίσως ελαφρώς ανιαρή και άφηνε αρκετά κενά.
Θετικά
Εκπληκτικές ερμηνείες.
Εντυπωσιακό CGI και performance capture.
Μεστό, ώριμο, ενήλικο σενάριο
Αρνητικά
Ανιαρό και προβλέψιμο σε κάποια σημεία.
Η συναισθηματική ισορροπία εξαρτάται έντονα από τα προηγούμενα sequel, τόσο που δεν θα το συνιστούσα σε όποιον δεν τα έχει δει.