«Young Frankenstein» – Η ιστορία πίσω από την ταινία

Στις είκοσι Απριλίου του 1815, το ηφαίστειο στο όρος Ταμπόρα της Ινδονησίας εξερράγη. Ένα σύννεφο ηφαιστειακής σκόνης απλώθηκε σε ακτίνα εκατοντάδων χιλιομέτρων, και σταδιακά σε ολόκληρο τον κόσμο. Το κλίμα περιοχών ακόμη και στην άλλη άκρη της υδρογείου επηρεάστηκε σημαντικά, με τις έντονες νεφώσεις να κυριαρχούν. Χαρακτηριστικά, το 1816 έμεινε γνωστό ως το «έτος χωρίς καλοκαίρι» ακριβώς λόγω των εξαιρετικά κακών για την εποχή καιρικών συνθηκών.

Εν μέσω ενός τέτοιου καταθλιπτικού κλίματος ένα ζευγάρι νεαρών συγγραφέων, οι Percy και Mary Shelley, αποφασίζουν να περάσουν το καλοκαίρι στο εξοχικό του κοινού τους φίλου λόρδου Byron. Στην συντροφιά τους θα προστεθεί ένας ακόμη φίλος του Byron, ο John William Polidori. Κάποιο βράδυ, ενώ διάβαζαν αποσπάσματα από την Fantasmagoriana, μια γερμανική συλλογή ιστοριών τρόμου, ο Byron προτείνει ένα στοίχημα. «Θα γράψουμε ο καθένας μας μια ιστορία για φαντάσματα».

Ο Polidori εξέδωσε τρία χρόνια αργότερα το «The Vampyre», γενάρχη της λογοτεχνίας του είδους, αλλά όχι κάτι ουσιαστικά αξιοσημείωτο. Ωστόσο, η ιστορία της 19χρονης τότε Mary «Frankenstein: or, the Modern Prometheus» (1818) έγινε αμέσως best seller, και διατήρησε άσβεστη την αίγλη της μέσα από τους οπαδούς της γοτθικής και -αργότερα- επιστημονικής φαντασίας.

Κατά την εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης της έβδομης τέχνης γυρίστηκαν αμέτρητες ταινίες εμπνευσμένες από την ιστορία του αλαζόνα Φράνκενσταϊν. Για τον ίδιο, την γυναίκα του, τον γιο του, την συνάντηση του τέρατός του με εξωγήινους και λυκανθρώπους. Φυσιολογικά λοιπόν, όταν ο εμβληματικός Αμερικανός ηθοποιός Gene Wilder πρότεινε στον τότε συνεργάτη του σκηνοθέτη Mel Brooks την παραγωγή μιας ακόμη ταινίας βασισμένης στο ίδιο θέμα, εκείνος αρχικά τον απέρριψε. «Δεν χρειαζόμαστε άλλον Φράνκενσταϊν».

Ο Wilder όμως δεν θα υποχωρούσε τόσο εύκολα. «Κι αν ο εγγονός του δόκτορος Φράνκενσταϊν ντρεπόταν για όλους αυτούς τους μουρλούς προγόνους του;». «Λοιπόν» σκέφτηκε ο σκηνοθέτης. «Αυτό θα είχε πλάκα».

Και θα είχε. Μετά από αρκετές εβδομάδες συνεργασίας και αμέτρητα φλιτζάνια τσάι, οι Brooks και Wilder ολοκλήρωσαν το σενάριο της ταινίας που θα έπαιρνε τον τίτλο «Young Frankenstein». Βασικός τους στόχος ήταν να σατιρίσουν όχι τόσο την αυθεντική ιστορία της Shelley, όσο την μανία παραγωγής ταινιών σχετικών με το θέμα κατά τις δεκαετίες των τριάντα και σαράντα, και ειδικότερα τις τρεις πρώτες: τα «Frankenstein» (1931), «The Bride of Frankenstein» (1935) και «The Son of Frankenstein» (1939). Είχαν θεωρηθεί ήδη κλασσικές, και θεωρούνται ακόμη κάποιες από τις καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών. Και οι τρεις ταινίες είναι βασισμένες αμυδρά στο πρωτότυπο, ενώ οι χαρακτηριστικότερες σκηνές τους παρουσιάζονται στο «Young Frankenstein» αναμεμειγμένες και διαστρεβλωμένες κωμικά, σαν ένα είδος σκηνοθετικού κολλάζ.

Χαρακτηριστικά, αξίζει να αναφερθούν οι σεναριακές επιλογές που παραπέμπουν στα κυρίαρχα θέματα του αυθεντικού Φράνκενσταϊν. Η έπαρση του νεαρού επιστήμονα που προσπαθεί να μιμηθεί τον Θεό και τιμωρείται ήταν ίσως ο βασικότερος ηθικός προσανατολισμός του βιβλίου. Στα αυθεντικά φιλμ μεταφέρθηκε με εξαιρετική ακρίβεια, για να διακωμωδηθεί στην νέα ταινία σαν μια μάλλον ατυχή για το ίδιο το τέρας περιπλάνησή του στον έξω κόσμο.

Η στυγερή δολοφονία της συζύγου του επιστήμονα από το δημιούργημά του (που συνοψίζεται στην φαρμακερή ρήση του τέρατος «θα είμαι μαζί σου την νύχτα του γάμου σου!») αποδίδεται σε κάποιες από τις ταινίες σαν απαγωγή. Η ανικανότητα του Φράνκενσταϊν να κατασκευάσει μια σύζυγο για το πλάσμα του δικαιολογεί μια τέτοια εξέλιξη. Οι Brooks και Wilder όμως προχώρησαν ένα βήμα παρακάτω, θεωρώντας ότι εκείνο κατέκτησε την αρραβωνιαστικιά του όχι δια της βίας, αλλά λόγω της… φαλλικής του υπεροχής. (Μετά από αυτό, η κόμμωσή της έγινε ίδια με εκείνη του θηλυκού πλάσματος από το «The Bride of Frankenstein»).

Όπου κι αν ψάξει κανείς, σχεδόν οποιοδήποτε στοιχείο του «Young Frankenstein» προσομοιάζει και διακωμωδεί με ευφυέστατο χιούμορ την κληρονομιά των προκατόχων του, χωρίς όμως έλλειψη σεβασμού απέναντί της. Ο ξεκαρδιστικός επιθεωρητής με το μηχανικό χέρι. Το κοριτσάκι που σώθηκε από το τέρας με ανέλπιστο τρόπο (για τις ανάγκες του γυρίσματος την είχαν κρεμάσει από συρματόσχοινο). Η φιλοξενία του ερημίτη και ο αξιαγάπητος καμπούρης. Η τρισχαριτωμένη βοηθός με την γερμανική προφορά και η σκηνή του χορού με το τέρας (που επρόκειτο αρχικά να κοπεί). Μηδενός εξαιρουμένου, ήταν όλα καταφανή συμπτώματα ανθρώπων που εμπνεύστηκαν από την ανάγκη να αστειευτούν με τις αναμνήσεις της παιδικής τους ηλικίας, μη λησμονώντας όμως πώς να υποβάλλουν τα σέβη τους. Κωμικοτραγικές καταστάσεις, αστείρευτος αστεϊσμός, αλλά και απέραντη αγάπη προς το παρελθόν.

Ωστόσο, το θαυμαστό αυτό κολλάζ δεν θα είχε πετύχει χωρίς το υποκριτικό ταλέντο του ανεπανάληπτου κωμικού καστ που το πλαισίωσε. Κάθε ηθοποιός δείχνει να έχει επιλεχθεί ειδικά για να αναδείξει την σημασία του δικού του ρόλου του στην πραγμάτωση της ιστορίας, από τους πρωταγωνιστές έως και τους κομπάρσους. Ο Peter Boyle ταίριαξε ιδανικά στον ρόλο του αθώου και αδέξιου αρχικά, μα πιο εκλεπτυσμένου αργότερα τέρατος, όπου ο πρωταγωνιστής και των τριών αυθεντικών ταινιών Boris Karloff είχε καθιερωθεί ως αρχέτυπο.

Η ερμηνεία του μοναδικού Βρετανού κωμικού Marty Feldman, του καμπούρη και αλλήθωρου βοηθού του Φράνκενσταϊν Igor (ή μάλλον… Eye-gor), έχει μείνει στην ιστορία ως μια από τις πιο εικονικές. Αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον κωμικό συνδετικό κρίκο ολόκληρης της πλοκής, και μέσα από τις ατάκες και τα καμώματά του προσφέρει απλόχερα άφθονο γέλιο. Πολλοί από τους νεότερους (και όχι μόνο) θεατές μπορεί να παρασυρθούν στο να πιστέψουν ότι τα μάτια του είναι αποτέλεσμα κάποιου τρικ, πράγμα που όμως δεν ισχύει. Λόγω αυτοάνοσου νοσήματος ανέπτυξε από μικρή ηλικία εξοφθαλμία και στραβισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπάνω ηθοποιοί επιλέχθηκαν κατά τύχη, ως οι πιο πρόσφατοι τότε πελάτες του ατζέντη του Gene Wilder.

Η Cloris Leachman, ως Frau Blücher, ενσαρκώνει στην εντέλεια έναν χαρακτήρα με σήμα κατατεθέν την σοβαροφάνεια. Τόσο έντονη, που αδυνατούσε να συγκρατήσει το γέλιο της μετά το άκουσμα του «cut!». Για την εκπληκτική αυτή ηθοποιό, με καριέρα που εκτείνεται πάνω από επτά δεκαετίες, αξίζει να αναφερθεί η βράβευσή της με Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου για την ταινία «The Last Picture Show» (1971). Το 2008 έγινε το γηραιότερο άτομο που έλαβε μέρος σε «Dancing with the stars», σε ηλικία 82 ετών.

Όσον αφορά τις ερμηνείες των άλλων δύο γυναικών (Teri Garr και Madeleine Kahn) αρκεί να αναφερθεί πως ο ίδιος ο Gene Wilder είχε δηλώσει ότι μέχρι να τις δει να ερμηνεύουν, με τον καθαρά αυτοσχεδιαστικό τρόπο που το έκαναν, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στους ρόλους τους. Για εκείνον όμως, έναν από τους σπουδαιότερους κωμικούς ηθοποιούς όλων των εποχών, τι μπορεί να πει κανείς; Ότι η ερμηνεία του ήταν ανυπέρβλητη; Ότι δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν; Τετριμμένα, και ανιαρά, οπότε θα αφήσω καλύτερα να τον κρίνουν όσοι τον βίωσαν ενόσω ήταν ακόμη ενεργός.

Μετά την ολοκλήρωση του σεναρίου ο Mel Brooks απευθύνθηκε στην Columbia Pictures για την παραγωγή, καταθέτοντας προϋπολογισμό 2,3 εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν ενημερώθηκε ότι δεν επρόκειτο να πάρει πάνω από 1,7 απευθύνθηκε στην 20th Century Fox, που τον ενέκρινε. Ωστόσο, οι συγκρούσεις δεν θα σταματούσαν εκεί. Την εποχή εκείνη, και για 6-7 χρόνια πριν, κανένα μεγάλο στούντιο παραγωγής δεν κινηματογραφούσε πια σε ασπρόμαυρο φιλμ. Ο Brooks όμως ανακοίνωσε την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει (όπως και τίτλους αρχής και τέλους σε στυλ δεκαετίας του τριάντα), προκειμένου να προσομοιώσει στην εντέλεια το κλίμα των ταινιών που θα σατίριζε.

Η παραγωγή αντέδρασε έντονα, καθώς θεώρησαν ότι ο αναχρονισμός θα αποξένωνε τους θεατές. Εκείνος επέμεινε, απειλώντας μάλιστα να παραιτηθεί εάν η ταινία γυριζόταν σε έγχρωμο φιλμ, μέχρι που η επιθυμία του εγκρίθηκε. Κατάφερε ακόμη και να εξασφαλίσει τα δικαιώματα χρήσης του αυθεντικού «εργαστηριακού εξοπλισμού» του Φράνκενσταϊν από την ταινία του 1931. Μεταξύ των σκηνικών βρέθηκε και ένα πηνίο τέσλα κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Νίκολα Τέσλα.

Το «Young Frankenstein» είχε τεράστια επιτυχία, με αποδοχές 31 φορές υψηλότερες του τελικού budget, και θεωρείται πια κλασσική. Το 1975 ήταν υποψήφια για δύο Όσκαρ, Ήχου και Διασκευασμένου Σεναρίου. Τα βραβεία όμως ωχριούν μπροστά στην θέση που κέρδισε στην υπόληψη των ανθρώπων. Το 2000, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε 13η καλύτερη κωμωδία όλων των εποχών. (Υπάρχουν ακόμη δύο ταινίες του Mel Brooks σε αυτήν την λίστα, το «Blazing Saddles» (1974) και το «The Producers» (1968). Ο ίδιος έγινε αργότερα μέλος του πολύ κλειστού γκρουπ ανθρώπων που έχουν κατακτήσει και τα τέσσερα μεγάλα αμερικανικά βραβεία ψυχαγωγίας (Emmy, Grammy, Oscar, Tony)).

Το σημαντικότερο όμως επίτευγμα αυτής της ταινίας δεν ήταν ούτε το ιδιοφυές της σενάριο, ούτε οι συγκλονιστικές της ερμηνείες, ούτε και το χαμένο πια είδος του χιούμορ της. Παρά μόνο ότι, πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο για παρωδία, το «Young Frankenstein» κατόρθωσε να φανεί πραγματικά αντάξιο. Αντάξιο των προσπαθειών και των κόπων των προικισμένων συντελεστών του. Αντάξιο των ήδη αναγνωρισμένων και πολυαγαπημένων προκατόχων του. Αντάξιο ενός ανθρώπου που λεγόταν Gene Wilder. Αντάξιο μιας παράδοσης που ξεκίνησε, κάποτε, το μακρινό 1816, με μία φράση σαν κι αυτή: «…η βροχή χτυπούσε μονότονα και αδιάκοπα πάνω στα τζάμια του παραθύρου και το κερί μου κόντευε να σβήσει, όταν μέσα στο μισόφωτο είδα να ανοίγουν τα νωθρά κίτρινα μάτια του πλάσματος…»

Υ.Γ.: Αφιερωμένο σε εκείνον που το έχει δει πέντε φορές στο σινεμά. Για τον πολύτιμο χρόνο του.